Monthly Archives: August 2014

Thorns – “Thorns”

thorns-501b390fe8e91

“Αμαξοστοιχία ολκής”

Πριν κάτι μέρες προσπαθούσα να καταλάβω αν τελικά μ’ αρέσει ή όχι το νέο Mayhem, αλλά είπα ας μην πέσω στον ψυχαναγκασμό και ας το αφήσω. Από την μια ποτέ δεν ασχολήθηκα σοβαρά μαζί τους, γιατί να το κάνω τώρα; Από την άλλη, ναι είναι ωραίο το νέο Mayhem. Για την ακρίβεια ένα πολύ ωραίο αντίγραφο του ένδοξου “Thorns”, αφού μουσικά είναι τα 2/3 των Αγκαθιών. Έτσι, δράττομαι της ευκαιρίας να γράψω γι’ αυτόν τον δίσκο, που αποτελεί ένα ιδανικό soundtrack για τα σιδηρουργεία, εκεί όπου η μυρωδιά του σιδήρου, του μολυβιού (φάε μολύβι που λέμε) και του χάλυβα αποτυπώνεται, όχι στα ρουθούνια σου, αλλά στο πετσί σου.

Δύο λαϊκές παροιμίες λένε “της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες” και “ο στρατός και η φυλακή σε κάνουν άντρα”. Ο Ruch δεν ξέρω πόσο λεβέντης είναι ως προσωπικότητα και δεν με αφορά, αλλά αυτό που δημιούργησε μουσικά μόνον ένας λεβέντης άντρας θα μπορούσε να το κάνει. Ούτε ξεραΐλα, ούτε παγωνιά, ούτε καταχθόνιο επίπεδο. Αντιθέτως, ένα έδαφος γεμάτο riffs που σαν ασταμάτητο τρένο σε παίρνει στο διάβα του και δεν μπορείς να κατέβεις, ούτε καν να προσπαθήσεις να πηδήξεις. Εν ολίγοις, εθισμός. Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τους όρους thrash και speed, αλλά ας σοβαρευτούμε, αυτά τα ιδιώματα είναι πολύ μικρά και αστεία μπροστά στον ήχο αυτού του δίσκου.

Το πρώτο πράγμα που σου μένει πάντα από αυτόν τον δίσκο, όσες φορές και να το ακούσεις, είναι τα riffs. Riffs παντού, στο “Existence”, στο “World Playground Deceit” όπου στο 2:30 μένεις στήλη άλατος σε αυτό το εθιστικό riffing και που αν το καλοσκεφτείς μόνο με εκείνο το σημείο του “Domination” των Pantera μπορεί να συγκριθεί. Ειλικρινά, πιστεύω ότι ο Ruch στη φυλακή έσπαγε πέτρες, λίγες μέσα σε μια βδομάδα. Αλλά μόλις βγήκε και έγραψε τα “Stellar Master Elite” και “Interface to God”, απλά τις τεμάχιζε μέσα σε δεύτερα για να γίνουν αυτές βοτσαλάκια σε κάποια κορνίζα. Όσο για το “Underneath the Universe”, που είναι μία σύνθεση και όχι δυο κομμάτια, αποτελεί την πεμπτουσία και καρικατούρα του δίσκου. Programming και πλήκτρα στοιχειώνουν την ατμόσφαιρα και στο φινάλε έχεις την εντύπωση ότι από κάπου θα ξεπροβάλλει σκηνή από κάποιο ψυχολογικό θρίλερ του Φώσκολου (έγραψε άραγε κανένα, ξέρει κανείς;).

Αυτό είναι υπερτεχνικό, τεχνοκρατικό, αριστοτεχνικό (βάλτε και εσείς όποια άλλη λέξη συνοδεύει το -τεχνικό ως επιτέλεση της υπερβολής) black metal, στο οποίο βασίστηκαν οι Mayhem για τον φετινό τους δίσκο. Από τις ερμηνείες των Aldrahn και Satyr (ξανακούστε και βρείτε τις ομοιότητες στον Attila) μέχρι και το αξεπέραστο, μέχρι καταστολής των αντοχών, drumming του Hellhammer. Αυτός ο δίσκος δεν θα παλιώσει ποτέ, μα ποτέ όμως κι αν κάποτε κυκλοφορήσει και συνέχεια, παίζει να έχουμε να κάνουμε με ένα από τα πιο πειραματικά υβρίδια του ήχου. Εσωτερική τέχνη πολέμου και τρίχες κατσαρές…

Advertisements

Opeth – “Pale Communion”

Opeth-Pale-Communion

“La mélodie du bonheur romantique”

Τι κοινό έχουν η Σουηδία, η Αγγλία, η Γερμανία και η Ιταλία; Είναι από εκείνες τις χώρες που διαθέτουν τα πελώρια πάρκα και το φθινόπωρο είναι η καλύτερη εποχή τους. Μυριάδες κίτρινα φύλλα στα κλαδιά των δέντρων και πεσμένα στο έδαφος, άλλα κολλημένα από την υγρασία και άλλα να παίζουν στο απαλό αεράκι. Πάνω από αυτό, το φως του γκρίζου ουρανού, που δεν συγκρίνεται ούτε και με το καλύτερο χαμόγελο του ήλιου. Αυτή, λοιπόν, η εικόνα είναι διοχετευμένη μέσα στο “Pale Communion”, γιατί για εμάς τους δυο αυτή είναι η ουσία στους Opeth, να μας δημιουργεί την πιο ζωντανή εικόνα, εκεί μέσα που θα αφήνει το στίγμα του ο ρομαντισμός.

Ο δίσκος συνεχίζει από το “Heritage” και είναι το ίδιο δημιουργικό. Είναι πιο μελωδικό, είναι άκρως τεχνικό, είναι πιο heavy χωρίς να είναι metal και δεν υστερεί σε τίποτα, πάει ένα βήμα παραπέρα. Από τις προαναφερθείσες χώρες η Ιταλία αποτυπώνει πιο έντονα από τις άλλες το σημάδι της. Ο Mikael λατρεύει το ιταλικό prog και φροντίζει με την εμμεσότητα που τον διακατέχει να το δείχνει. Από τη μια οι Goblin να στοιχειώνουν τα αυτιά και τις ψυχές μέσω των πλήκτρων και εκεί οφείλεται και το τραγούδι τιμή “Goblin”. Ενώ το σκοτεινό “Voice of Treason”, όχι θα μπορούσε να, αλλά είναι το καλύτερο soundtrack horror ταινίας που δεν γράφτηκε ποτέ. Από την άλλη οι Il Paese dei Balocchi δίνουν την αφορμή για ανάπτυξη πολυεπιπεδικών φωνητικών, που τα βρίσκεις στο ακαταμάχητο “Cusp of Eternity” με το Rainbow riffing να ταξιδεύει σε Αράβικο καραβάνι.

Ενώ οι κιθαριστικές σιγάσεις των Ιταλών κάνουν την εμφάνιση τους στο ερωτικά “καταραμένο” “Elysian Woes”, μέχρι στο 3ο λεπτό να γίνει η καλύτερη λοβοτομή μιας κίνησης στα πλήκτρα και να μεταγγιστεί η αύρα των Scorpions επί “Fly to the Rainbow” στην ατμόσφαιρα και στην φωνητική ερμηνεία (η συνύπαρξη των γυναικείων φωνητικών στο τραγούδι είναι η λεπτομέρεια για να μην ξεκολλάμε). Όσο για τα απίστευτα και ακατάληπτα “River” (αίνιγμα για το αν η ολιγοδευτερόλεπτη δισολία αποδίδεται στο “Rocka Rolla” ή στους Camel) και “Faith in Others” (όταν οι Scorpions ενώνονται με τους King Crimson σε ένα βασιλικό μουσικό άνοιγμα) δεν αποτελούν ασφαλείς συνθέσεις, αλλά ότι πιο περίπλοκο και συνάμα πανέμορφο έχουν συνθέσει οι Σουηδοί.

Αυτό που προσπάθησαν να κάνουν οι Opeth με το “Pale Communion” ήταν να βουτήξουν στα έγκατα του Προοδευτικού Πυρήνα της Έμπνευσης, στην αναζήτησή τους για νέες απάτητες κορυφές του ιδιώματος και, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, έχουν φτάσει πολύ κοντά στο στόχο τους. Η πιο τρανταχτή διαφορά σε σχέση με το Heritage είναι ότι ενώ ο προηγούμενος παρουσίαζε έντονο το στοιχείο του πειραματισμού και με πολλά μέρη αριστοτεχνικά δεμένα (όπως πάντα) μεταξύ τους, στον καινούργιο παρατηρείται μια τάση ανάδειξης της κιθάρας ως εμπροσθοφυλακή και με τα υπόλοιπα όργανα να την ακολουθούν χωρίς – παρόλα αυτά- να της υπολείπονται. Το μεράκι και οι μελωδίες ξεχειλίζουν από τα αυλάκια του δίσκου δημιουργώντας ατμόσφαιρες που θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν βγει από τα σωθικά των αριστουργημάτων των Camel. Ο ρυθμός με τον οποίον ξεπροβάλλουν οι νότες μπροστά μας είναι οργανικά χειμαρρώδης και μας παρασύρουν μαζί τους, σε όσους του δώσουν μια ευκαιρία. Ο τελικός προορισμός μας; Σίγουρα οι χώρες που αναφέρονται στην αρχή του κειμένου είναι ιδανικά τοπία για να φτιάξει ο καθένας μας τη δική του ταινία, αφού το σάουντρακ υπάρχει ήδη και είναι το “Pale Communion”.

Με λίγα λόγια, είναι πιο εστιασμένο, φαινομενικά πιο «εύπεπτο», δαιδαλώδες και εντυπωσιακό. Τελικά, είναι δυνατόν να κοιτάς πίσω και να συνεχίζεις να παράγεις προοδευτικό ήχο χωρίς να γίνεσαι καρικατούρα μιας άλλης εποχής. Αυτός ο δίσκος είναι ο ορισμός του “worth the wait”. Έτσι απλά.

Γιάννης/Θωμάς

Ion – “Ion”

cover

“Κουβερτούρα για περιόδους νηστείας”

Τα τελευταία χρόνια το μοναδικό παρακλάδι του σκληρού ήχου που ανακτά και πάλι την κορυφή ως άλλοτε είναι το black metal. Κάποτε ήταν αγνό, ξερό, ψυχρό, άκρως επιθετικό και έκανε πολλούς να το ακολουθήσουν, ακόμα και αν επρόκειτο για ιδεολογικούς λόγους. Σήμερα είναι πειραματικό, παθιασμένο με χρώματα πίσω από το μαύρο, συναισθηματικό και παραμένει άκρως επιθετικό με τον τρόπο του. Οι πρωτοεμφανιζόμενοι Καλιφορνέζοι Ion δημιουργούν το όραμα τους στο black του σήμερα, εμπλουτίζοντας τον ήχο τους με τα στοιχεία της post ψυχεδέλειας και του ambient.

Ο δίσκος, μπορώ να πω, ότι τα έχει όλα μέσα. Από κλασσικά επιθετικά rhythm sections συνδυαζόμενα άψογα με μελωδίες που σου καρφώνονται στο μυαλό (βλ. “Abolished” και “Waters of Dusk”) μέχρι και φιλόδοξες προσπάθειες για ταξίδια άνω των δέκα λεπτών (βλ. “Embers” και “Echoes through An Open Wound”). Στις δύο αυτές μακροσκελέστερες συνθέσεις του δίσκου, βρίσκεται και η βασική ουσία του οράματος της μπάντας, να χρωματίσουν το black τους. Δώστε προσοχή στην εισαγωγή του “Embers”, όπου το programming τα δίνει όλα μέχρι να εμφανιστούν κάπου στην μέση τα καλύτερα post σημεία. Στο δε “Echoes…” τα heavy/black riffs εναλλάσονται με τις ψυχεδελικές μελωδίες και κυλάει σαν νερό στο αυλάκι.

Όσο αφορά το “Transcendence”, το οποίο και αποτελεί το ένα εκ των δύο instrumental συνθέσεων, το θεωρώ ως το λιγότερο αδύνατο. Προσωπικά, δεν με κράτησε το μυαλό μου μέσα του, όσο τα υπόλοιπα τραγούδια. Στα επίσης μείον του δίσκου πρέπει να προσθέσω τον ήχο των τυμπάνων, που σε σημεία είναι κουραστικός. Ενώ και οι death βρυχηθμοί δεν θα έλεγα ότι λειτουργούν και ιδιαίτερα θετικά, μιας και τα α λα Emperor σχιστά φωνητικά κάνουν άψογα την δουλειά τους για να θέλουν στήριγμα.

Η προσπάθεια της μπάντας είναι σίγουρα αξιόλογη, η σκέψη τους να υπερβούν αυτό που έκαναν οι Nachtmystium σε μακρύτερο επίπεδο συνιστά την προσοχή των πεινασμένων. Αλλά για τις riff-άτες μελωδίες αξίζει να ακουστεί.

Nachtmystium – “The World We Left Behind”

small

“Τα ρόδα μαυρίζουν, αλλά δεν ξεθωριάζουν”

Νέος και τελευταίος δίσκος από τους Nachtmystium και κάπως έτσι ένας κόσμος αφήνεται πίσω τους. Όσο για τον κόσμο που τοποθετείται μέσα στον δίσκο, αυτός είναι μια όψη της πραγματικότητας. Μαύρες καθημερινότητες, ατιμία, ψέματα με πέπλο αλήθειας και όποια αλήθεια παρουσιάζεται είναι μια φούσκα, που θα σκάσει μέσα σε δεύτερα σαν να μην υπήρξε ποτέ. Στην τελική, δεν πιστεύω ότι οι Αμερικάνοι θα μπορούσαν να προσφέρουν ένα πολύ καλύτερο στιχουργικό concept από αυτό.

Έχοντας τον τίτλο του δίσκου στο μυαλό και εμπνεόμενος και από το “Intrusion”, το οποίο αφενός σε μαγνητίζει και αφετέρου σε προθερμαίνει με το άμεσο heavy riffing, πιστεύεις ότι έχεις να κάνεις με έναν δίσκο τίγκα στο μαύρο, τίγκα στην ωμότητα και επιθετικότητα. Αλλά υπολογίζεις χωρίς τον ξενοδόχο, ο οποίος ξενοδόχος δεν αποφασίζει να κλείσει το δημιούργημα ετών έτσι όπως ξεκίνησε, αλλά κάπως διαφορετικά ή και ολίγον τι πειραματικά. Μάλιστα, αγαπητοί, όσο μαύρο και απαισιόδοξο είναι στιχουργικά το νέο Nachtmystium, άλλο τόσο διαφορετικό από την απόλυτη black ψυχρότητα παρουσιάζεται. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και κακό.

Πάρε από τη μια τις post punk/black εισαγωγές στα “Fireheart” και “On the other Side”, μέχρι το πρώτο να σε οδηγήσει στο κλασσικό γηπεδικό (όσο επιτρέπεται αυτός ο όρος στο black) ρεφρέν και το δεύτερο να σου προσφέρει ένα από τα ωραιότερα rock n’ roll-ικά σολίδια που έχεις ακούσει σε δίσκους του είδους. Ολόμαυρος όλεθρος στο “Into the Endless Abyss” και στη μέση με τέλος αυτού μπαίνει ένα στακάτο σημείο που θα ορκιζόμουν ότι αποτελεί την επίθεση μιας συμμαχίας των DHG του “666 International” με τους Mayhem των τελευταίων δίσκων. Φροντίζουν να διατηρήσουν και την αγάπη τους για τους Bathory μέσω του ομότιτλου. Θες και λίγο ψυχεδελέ εισαγωγή μέχρι και να σου έρθει ένα riff-άτο ξέσπασμα στο “Tear You down”; – όπου ο Azentrius τίθεται όσο πιο επιθετικός μπορεί.

Οι προαναφερθείσες στιγμές είναι ωραίες και σου κρατάνε καλή συντροφιά, αλλά το μουσικό μεγαλείο του δίσκου αποθεώνεται σε δύο τραγούδια. Το πρώτο είναι το “Voyager”, του οποίου οι στίχοι είναι πραγματικά ενδιαφέροντες και το καλλιτεχνικό στοιχείο της μπάντας, που δεν είναι άλλο από την ψυχεδέλεια, αποτυπώνεται στο φινάλε με τις μελωδίες στις κιθάρες να σε ταξιδεύουν. Το δεύτερο είναι το “Epitaph for A Dying Star”, στο οποίο ο Azentrius ήθελε μάλλον να φέρει λίγο από τον αέρα του “Great Gig in the Sky” των Pink Floyd (καθότι δεν σταματάει ποτέ να τους ακούει και να τονίζει πόσο τους γουστάρει), για αυτό και ακούμε και την, άγνωστη σε όλους μας, Karla Murphy να συνεισφέρει με την ωραία της φωνή. Αυτό το τραγούδι θα μπορούσε να οριστεί και ως η πιο μελωδική ψυχεδέλεια του δίσκου.

Ο δίσκος, πιθανόν, να διχάσει τους die hard οπαδούς, ειδικά εκείνους που δηλώνουν αυστηροί υποστηρικτές της περιόδου προ “Assassins…”. Τώρα, όσο για τους υπόλοιπους που θέλουν το black τους με την ψυχέδελεια που βάζουν οι Nachtmystium, ο δίσκος θα είναι ταμάμ. Σε κάποια σημεία η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσε να πέσει περισσότερο δουλειά (λίγο περισσότερο electronic sci-fi πλήκτρα και ξυλοκοπτική στα drums), διότι ως γνωστόν οι λεπτομέρειες κάνουν την διαφορά, αλλά προσωπικά το σύνολο του δίσκου εξυπηρετεί την όρεξη μου να τον ακούω και να τον θεωρώ πολύ καλό.