Monthly Archives: November 2014

Pig Eyes – “Pig Eyes”

cover

“Sister εξ αγχιστείας”

Η περίπτωση αυτής της μπάντας θα μπορούσε να αποτελεί τον πρόλογο σε κάποιο ανέκδοτο. Είναι ένας τραγουδιστής, δύο κιθαρίστες, ένας μπασίστας και δύο drummers. Μονάχα ο πόντιος απουσιάζει, αλλά ας μην οδηγώ την κατάσταση και τόσο στα άκρα. Στην αρχή μου φαινόταν αστεία η ύπαρξη δύο μελών πίσω από τα τύμπανα (κάτι σαν την περίπτωση του Gers, ο οποίος είναι τόσο τέλειος, ώστε όταν ακούς τους τωρινούς Maiden, νιώθεις δυο κιθάρες), αλλά με τα επαναλαμβανόμενα ακούσματα του δίσκου κατάλαβα την λογική τους να έχουν δύο και όχι έναν. Είναι, άλλωστε, και η υπόθεση live από πίσω, η οποία απαιτεί την αναπαραγωγή του στουντιακού ήχου.

Αρκετά, όμως, με αυτήν την εισαγωγή. Αυτοί οι Σουηδοί κάνουν κάτι πολύ καλό και αρκετά αξιόλογο, χωρίς να λέω ότι το ντεμπούτο τους αποτελεί μία τρομερή δισκάρα για φέτος. Αλλά το χαίρομαι ιδιαίτερα και ας φέρει ο δίσκος μέσα του το αντίθετο συναίσθημα της χαράς. Post punk με αναφορές στο noise rock, φωνητικά/ερμηνείες που σέβονται την ένδοξη σκηνή της Αγγλίας, ωραία riff-άκια και lead μελωδίες που φωνάζουν από χιλιόμετρα μακριά In Solitude. Ξέρετε γιατί; Διότι ο εις εκ των εγκεφάλων της μπάντας και κιθαρίστας είναι μέλος αυτών των μαυροφορεμένων χεβιμεταλλάδων.

Το αποτέλεσμα καταφέρνει να προσφέρει συγκινήσεις με όλα τα παραπάνω στοιχεία; Το καταφέρνει, διότι όλα λειτουργούν στο όνομα της γκρίζας ατμόσφαιρας. Δεν είναι, βέβαια, μια κατάσταση του θανατά, αλλά μια μελαγχολία στο μεγαλύτερο μέρος του δίσκου υπάρχει (παθιασμένοι αναστεναγμοί στο “Black Bath, Clear Spot”). Παράλληλα, η χρήση των “Μοναχικών” μελωδιών, λειτουργεί τόσο διεγερτικά, ώστε να παρασύρεσαι και να τις τραγουδάς. Δεν κρύβω και το γεγονός, ότι σε πιάνει να τις αποκρυπτογραφήσεις, όπως στο instrumental “Up the River Pt.1”. Όταν άκουγα την μελωδία του, ήξερα ότι την έχω ξανακούσει, αλλά από που…; Ευτυχώς υπάρχει και η Ελπίδα για να μου πει “Pallid Hands”.

Είναι δίσκος που θα σε πιάσει με τον καιρό, θέλει να του δώσεις χρόνο για να συνειδητοποιήσεις αν σου κάνει ή όχι. Αν έχεις ακούσει το “Sister” και γούσταρες, τότε θα βρεις και εδώ το κάτι τις. Αν, πάλι, δεν το έχεις ακούσει ή δεν σου αρέσει, αλλά είσαι κατά βάθος post-ης και punk-ης, τότε την υγειά σου θα την βρεις. Ότι και να επιλέξεις, να θυμάσαι ότι αυτοί οι τύποι έγραψαν ένα από τα κορυφαία τραγούδια της χρονιάς. “Warlord”, του οποίου το rhythm section βαράει πρέζα Led Zeppelin “Achilles Last Stand” και εσύ μετά μείνε μακριά, αν θες.

Advertisements

MONO – “The Last Dawn”/”Rays of Darkness”

PEL039_TLD_Cover_rgbTRR243_MONO_HI-RES

“Το πέρασμα στην απέναντι όχθη”

Στην μουσική υπάρχει το post rock και υπάρχουν και οι ΜΟΝΟ. Γιατί τους διαφοροποιώ; Επειδή, σε σχέση με άλλες μπάντες έχουν ένα μοναδικό προνόμιο, να αποτελούν το soundtrack για τις ζωές των ίδιων των μελών τους, για τις ζωές πολλών ανθρώπων που τους ακολουθούν πιστά, για πολλές από τις σκέψεις που πάνε κι έρχονται στο μυαλό μας και για τις εικόνες που δημιουργούμε, ακούγoντας τους. Το ότι δεν βάζουν στίχους στη μουσική τους είναι το επιπλέον μαγευτικό στοιχείο, που έχει την δύναμη να μετατρέπει τον εγκέφαλο σε κινηματογράφο. Οι πρωταγωνιστές είναι είτε φανταστικοί, είτε υπαρκτά πρόσωπα.

Φέτος επιλέγουν να κυκλοφορήσουν δύο δίσκους, όχι για να έχουν ποικιλία και να αυξήσουν την δισκογραφία τους, αλλά για να συνδέσουν το τωρινό όραμα τους, που έχει να κάνει με την “φυγή” του ανθρώπου από αυτήν την ζωή. Δεν ξέρω πως ακριβώς το ερμηνεύουν οι ίδιοι, αλλά μέσα από την δική μου οπτική πλευρά, το “The Last Dawn” είναι η βιωθείσα εμπειρία του προσώπου που φεύγει (το “Cyclone” θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αυτό που λέγεται “βλέπω όλη μου την ζωή να περνάει από μπροστά μου ως ταχύτατο νήμα”) και το “Rays of Darkness” είναι ίσως, το συναίσθημα εκείνων που αποχαιρετούν τον άνθρωπο τους. Μακάβριες καταστάσεις, έτσι; Είναι και αυτές κομμάτι μας όμως.

Αυτό βέβαια, δεν σημαίνει ότι ακούγοντας τους, δεν μπορείς να διατυπώσεις διαφορετικές σκέψεις και ερμηνείες. Είπαμε, κινηματογράφος με δημιουργό εικόνων εσένα. Μπορείς να τους εκλάβεις και ως εκφράσεις της ημέρας και της νύκτας. Ο πρώτος δίσκος είναι πιο απαλός, λαμπερός και ηλιοφανής και ο δεύτερος αργός (ή κατά μία έννοια “doomy”), παρηγορητικός και κινείται μέσα στις σκιές. Έχεις από την μια πλευρά το “Kanata” που σε πάει σε χωράφια ανθών για να συναντήσεις κάποιο χαμογελαστό πρόσωπο ένα ωραίο πρωί και από την άλλη έχεις το “Surrender”, που σε τοποθετεί μέσα σε ένα βροχερό βράδυ, στο δρομάκι που οδηγεί στο σπίτι σου. Σημειώστε, ότι το συγκεκριμένο τραγούδι με την συνδρομή του πνευστού σας αποτελειώνει, ξεχνώντας τι προηγήθηκε και τι έπεται.

Εδώ, μπορεί να μην υπάρχει η συνεισφορά κάποιας φιλαρμονικής, όπως σε προηγούμενους δίσκους, αλλά η μπάντα κάνει κάτι που αξίζει να το ακούς ξανά και ξανά. Χρησιμοποιεί την παραδοσιακή μουσική της χώρας της σε σημεία, ακριβώς για να αποφύγει τον κίνδυνο να κατηγορηθεί ότι δεν είχε έμπνευση και απλά κρεμάστηκε από κάπου. Είναι εκείνες οι χαρακτηριστικές μελωδίες, που παίζονται αισθησιακά πάνω στις χορδές και ο λεγόμενος “εορταστικός” χτύπος των τυμπάνων.

Δύο δίσκοι που συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον, χωρίς να ταυτίζονται. Μπορεί να μην φτάσουν την αξία του “For My Parents”, που είναι ένας από τους καλύτερους δίσκους όλων των εποχών, αλλά αν λειτουργήσουν μέσα σου, τότε θα έχουν ιδιαίτερη αξία για σένα.

Hurula – “Vi är Människorna Våra föräldrar Varnade oss för”

a0473203027_10

“Βεντούζα”

Το σκέφτηκα από εδώ, το σκέφτηκα από εκεί και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι τα τελευταία 5 χρόνια δεν βρέθηκε δίσκος εκ της Σουηδίας, που να είναι ταυτόσημος με την λέξη “Εθισμός”, όσο αυτό εδώ το ντεμπούτο των Hurula. Για να είμαι, όμως, ειλικρινής, τα ίδια δικαιώματα διεκδικούν και οι Blues Pills. Η περίπτωση τους, βέβαια, είναι όμοια με αυτήν του Ομήρου. Ουδείς γνωρίζει την ακριβή καταγωγή του, αλλά ας δεχθούμε ότι είναι Σουηδοί και ότι είναι μαζί με την μπάντα του Robert. Το θέμα μας είναι ο δίσκος που υπηρετεί τα μελωδικά post/punk χωράφια.

Μετά από το ξέσπασμα του φαινομένου Beastmilk (μπαντάρα, ντεμπουτάρα, live-άρα) μέσα μου, ένιωσα ότι θέλω να πατήσω σε αυτά τα χώματα περισσότερο από το να ρίξω μια απλή ματιά. Δεν με ενδιαφέρει αν στο μέλλον θα χτίσω εξοχικό, αλλά μα την αγάπη μου στο μέλι, αυτό το ντεμπούτο κολλάει τόσο πολύ στο μυαλό, ώστε να μην μπορείς να το αποβάλλεις από μέσα σου, από πάνω σου και από έξω σου. Αυτό οφείλεται στην ενέργεια που βγάζουν όλα τα τραγούδια, πολύ περισσότερο από το γεγονός ότι ο δίσκος προέρχεται από την χώρα, που την λατρεύουμε όλοι μας για την μουσική της σκηνή. Μιλάμε για τραγουδιστική ευφορία.

Δεν έχει σημασία που ο τίτλος του δίσκου είναι στα Σουηδικά. Δεν έχει σημασία που όλος ο δίσκος και ο κάθε του στίχος είναι στα Σουηδικά. Δεν έχει σημασία αν σου αρέσει ή όχι το είδος που υπάγεται η μπάντα. Σημασία έχει, ότι ακούς το “Stockholm Brinner” και θες να το τραγουδήσεις ακόμα και αν δεν κατέχεις ούτε την προφορά των Σουηδών. Είναι από τα τραγούδια που άνετα στοιχειώνουν ψυχές, βράδια και διαθέσεις. Πάντα με την συνοδεία ενός χαμόγελου, το οποίο δεν θα μπορείς να δικαιολογήσεις στον πιο μουντό άνθρωπο που θα συναντήσεις.

Είναι ακόμη το “22”, τα “Sluta Deppa Mig” και “Jag Ville Glomma Mig” με το πιανάκι τους, τις αεράτες, τρόπος του λέγειν, κιθάρες, τα ακαταλαβίστικα και συνάμα πανέμορφα ρεφρέν και τα δεύτερα γυναικεία φωνητικά της μπασίστριας. Πολλοί τον λένε δίσκο για το Καλοκαίρι. Συμφωνώ, αλλά το ότι τον λιώνω μέσα στο κρύο μέχρι όσο αντέξω, δείχνει άλλα πράγματα. Δίσκος εβδομάδος, δίσκος μήνα, δίσκος ετών. Από τους easy – listening δίσκους που έχουν κυκλοφορήσει. Δοκιμάστε το!

Υ.Γ. Οφείλω να ευχαριστήσω τον Νίκο Χ. που έφαγα αυτό το κόλλημα με αυτόν τον δίσκο. Ναι, κανονικά αυτός θα έπρεπε να γράψει το συγκεκριμένο κείμενο.