Monthly Archives: January 2015

Marduk – “Frontschwein”

cover

“Ζώσου και όρμα”

Ξέρω κάποιους, συμπεριλαμβανομένου και εμού του ιδίου, που μας αρέσει να παίζουμε κυνηγητό με τις προθεσμίες. Άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο. Το θέμα δεν είναι όταν μας κυνηγούν αυτές, αλλά όταν έρχεται η ώρα να τις κυνηγήσουμε εμείς, διότι μας κάνουν κανονικό πόλεμο. Τότε είναι που χρειάζεσαι πυρομαχικά και στις λέξεις που σου γράφω, να είσαι σίγουρος ότι το καινούργιο Marduk είναι ένα από τα καλύτερα που θα έχεις.

Έχεις, λοιπόν, να αντιμετωπίσεις το χρόνο, τις όποιες καινούργιες περιστάσεις σού εμφανίζονται και κυρίως τον εαυτό σου. Παίρνεις μια ανάσα, ακούς το Mortuus να φωνάζει “Totalitarian… Command!” στο “Wartheland” και παίρνεις φόρα. Δεν σε σταματάει τίποτα. Είναι τόσο “τουμπανιασμένος” αυτός ο δίσκος που η κάθε του στιγμή σε κάνει να νιώθεις σαν το Superman. Κανένα εμπόδιο για σένα, ακόμα κι αν χρειαστεί να φας άμμο Σαχάρας στο “Afrika” για να φτάσεις στο τέλος. ΠΡΟΣΟΧΗ: μην δοκιμάσεις να παίξεις τα τύμπανά του αν δεν έχεις κάνει διατάσεις. Θα σου φύγουν τα πλευρά.

Όσο εσύ θα κάνεις τον αγώνα σου, ο δίσκος θα σε ζεσταίνει όλο και πιο πολύ. Οι Σουηδοί τον φόρτωσαν κανονικά, τον ζύγισαν και τον απελευθέρωσαν για να παραδώσουν μαθήματα black metal. Υπάρχουν, μάλιστα, και κάποια leads που μπορούν να παραπέμψουν στο πολεμικό death metal. Και αν η αρχή του δίσκου είναι σαν εκρητκικό TNT που κάνει για 100 και βάλε απλούς δυναμίτες, τότε έχω να σε πω ότι η μέση και το τέλος του είναι το ίδιο ιδανικά, κοινώς ο δίσκος δεν κουράζει ούτε στιγμή. Ίσα ίσα που στιγμές όπως τα “Nebelwerfer” και “503” σε ξεκουράζουν ή και με το πως πάνε τα γούστα του καθενός, σε ενθουσιάζουν ακόμα περισσότερο.

Δεν υπάρχουν πειραματισμοί, δεν υπάρχουν ήχοι τετρακάναλοι για το kvlt της υπόθεσης, δεν υπάρχουν φόρμες βασισμένες σε ένα ιστορικό παρελθόν. Υπάρχουν ένα τσούρμο πολεμικά τραγουδιά, μια μπομπάτη παραγωγή, μια απλή και ορμητική φόρμα σύνθεσης και στο τέλος, από τη πώρωση που θα έχεις πάρει και αφού θα έχεις νικήσει και τη προθεσμία, θα πεις το δεσπότη Παναγιώτη. Επίσης, αν σου βαστάει, πες μου άλλο τραγούδι εκτός του “The Blond Beast”, που θα μπορούσε να παιχτεί σε κλαμπάκι…

Πότε είπαμε ότι βγάζουν οι Bolt Thrower δίσκο;

Advertisements

Goat – “Commune”

a2981142187_10

“Στους λόγγους και στις κορφές”

Από τα βουνά της Πίνδου, στα βουνά του Περού και από εκεί στα βουνά κάπου πολύ μέσα στη Τουρκία. Κάπως έτσι ταξιδεύει το “Commune”, αφού η βουκολικότητά του δεν μένει μονάχα σε ένα σημείο και για την ακρίβεια κάθε φορά που το ακούω, δεν αφήνει τις σκέψεις μου να βρίσκονται μόνο σ’ ένα μέρος. Κινείται σαν τις γίδες την ώρα που θέλουν να παίξουν. Τρέχουν από μέρος σε μέρος, από βράχο σε βράχο και δε σταματούν. Να μην αναφέρω εκτενέστερα και τις στιγμές που περπατάνε αμέριμνες σαν να σοφίζονται.

Από όταν είχα ακούσει το “Mountains” των Socrates, πίστευα ότι θα ήταν δύσκολο να βρεθεί κάποιος μουσικός ή κάποια μπάντα, που θα μπορούσε να αποτυπώσει μέσα από τη μουσική του το βουκολικό στοιχείο. Σίγουρα υπάρχουν δίσκοι που το κατέχουν και σου παρουσιάζουν την εικόνα των βουνών, αλλά το να το συνδυάσουν με το ροκ σε σημείο που φωνάζεις με λαχτάρα “τσαπρρ μπουρ μπουρ τσαπ τσαπ” δεν είναι και ότι πιο εύκολο. Και να όμως, που αυτοί εδώ οι Σουηδοί, όχι μόνο ξεφεύγουν από τη χώρα τους και από κάθε μουσική μόδα που επικρατεί εκεί, αλλά γίνονται πολυεθνικοί βουκόλοι με τη “παραξενιά” τους (πρώτα η τραγουδοποιία και μετά η εξωτερική τους εμφάνιση. Ποιοι Ghost…).

Ψυχεδέλεια όσο πατάει η γάτα, kraut περάσματα και συμπλοκές, μελωδίες που σου μένουν και φωνητικά που στην αρχή θα σε ενοχλήσουν, ώστε στη συνέχεια να μη τα βγάζεις ούτε λίγο από το μυαλό σου. Κάθε φορά που έρχεσαι σε επαφή μαζί του, θα εθίζεσαι όλο και περισσότερο και αν αρχίσεις να σκέφτεσαι για ποιον λόγο σε ξεσηκώνει το “Goatslaves” περισσότερο από κάποιο metal τραγούδι που άκουσες τελευταία, τότε να ξέρεις, έχεις ανοιχτούς ορίζοντες. ‘Αστους να ενεργήσουν ελεύθερα και νιώσε το ρυθμό, ακόμα και αν θελήσεις να κουνηθείς στα χτυπήματά του.

Κρυφό διαμαντάκι ο δίσκος και η σχέση μου με αυτού του είδους τα διαμαντάκια διαμορφώνεται κατόπιν εορτής. Δηλαδή, γεννιούνται, όλοι ενασχολούνται με αυτά και εγώ περπατώ κρυφακούοντας τις κουβέντες ολίγον τι, για να ξέρω τι ακριβώς παίζει. Όταν ο καιρός περάσει και όλοι θα αρχίσουν να καταπιάνονται με καινούργια, εγώ ρίχνομαι σ’ αυτά εδώ και περνάμε όμορφα. Ανάταση και ανάπαυση ψυχής και για επιδόρπιο “To Travel the Path Unknown” και “Bondye”.

Mourning Mist – “Mourning Mist”

MOURNING MIST Cover 500x500 hirez

“Και αυτοί το βιολί τους”

Βλέπεις το εξώφυλλο του δίσκου και το μυαλό σου πάει στους Cathedral. Βλέπεις το όνομα της μπάντας και του δίσκου και σκέφτεσαι το doom. Διαβάζεις επίσης, ότι είναι Ιταλοί και ότι έχουν και βιολί στις συνθέσεις τους. Οπότε; Κάποιοι απομακρύνονται και κάποιοι μένουν. Λοιπόν, ξέχνα τους Cathedral, ξέχνα και το καθαρόαιμο doom. Κράτα μόνο, ότι η  όλη τους φάση είναι avant – garde, όπως λέμε μακαρόνια α λα κρεμ. Ψήνεσαι, σε βλέπω.

Αυτοί οι Ιταλοί αυτοχαρακτηρίζονται ως avant – garde doom. Προσωπικά, τους βλέπω ως τεχνίτες του black, που χρησιμοποιούν το doom για να βαθύνουν τις συνθέσεις, χωρίς όμως να τις κάνουν βαριές, ασήκωτες και βαρετές. Ίσως, σε αυτό βοηθάει αρκετά και ο αναλογικός ήχος που χρησιμοποιούν, με αποτέλεσμα αρκετά από τα σημεία των τραγουδιών να φέρνουν τον αέρα του ελληνικού black ήχου των ’90s. Προσέσξτε, μιλάω για αναλογική παραγωγή, όχι για πηγαδίσια και ότι μαζέψει το αυτί, αλλά ούτε και vintage πέπλο.

Θεωρώ όμως, ότι αυτόν το δίσκο δεν θα τον αποθέωνα αν δεν υπήρχε μέσα το βιολί. Συνήθως, το συγκεκριμένο όργανο χρησιμοποιείται για να ακολουθήσει το πένθιμο χορό των ορέξεων μιας μπάντας, όπως έχει αποδείξει η ιστορία. Αντίθετα, εδώ πέρα γίνεται της οπερέτας το ανάστημα. Είναι το εκλεκτό πρόσωπο μέσα στο σύνολο, τόσο εκλεκτό που ο Ecnerual δεν διστάζει να το φτάσει στα όριά του, μέχρι σε σημείο “κακοποίησης”. Πραγματικά, ακούστε τι γίνεται στο “Torment” και θα καταλάβετε. Αλλού πάλι, το κάνει να εμφανίζεται σαν μία πανέμορφη κορασίδα, που αποσκοπεί να μαγνητίσει πάνω της όλα τα ανδρικά βλέμματα. Απόδειξη; Το μέσον του “Freefall” και και τα τελευταία 5 λεπτά του “Rise and Decay”. Ειδικά το συγκεκριμένο είναι τόσο όμορφο, που θα ορκιζόμουν, ότι θα μπορούσε με άνεση να αποτελεί κάποιο ανοιξιάτικο indie/folk/pop hit (δάκρυα συγκίνησης).

Δεν ξέρω αν μέχρι εδώ σας πείθω, αλλά αυτός ο δίσκος με κάνει κάθε φορά που το ακούω να είναι σαν τη πρώτη. Είναι όλη του η ατμόσφαιρα, η θλίψη και η κατάντια στους στίχους, η progressive σκέψη (αλλαγές των αλλαγών), η μυστικιστική ή occult σταγόνα στη συνολική black ενορχήστρωση, τα riffs. Το “Lament” που κλείνει το δίσκο, σαν την εικόνα από ρυάκι που ρέει μετά από μια σφαγή ψυχών σε ταινία. Δεν εχω ξανακούσει τέτοιο δίσκο και ναι, δεν προχωράει τη μουσική στο μέλλον. Αλλά, αυτό δεν με αφορά, καθότι μου αρκεί το τι κάνουν αυτοί.

Φυσικά, με τέτοιο ντεμπούτο έχουν χρέος να κάνουν μία ανάλογη ή πολύ καλύτερη (ας μη δείξουν έλεος) συνέχεια. Θεοί της Τέχνης δώστε τους ένα θρόνο.

Alcest – “Écailles de Lune”

cover

“Η ψυχή σου, η άβυσσός μου”

Η νευροψυχολογία παρουσιάζει τη ζωγραφική και τη μουσική ως τις τελειότερες μορφές της τέχνης, λόγω των δημιουργημάτων αυτών καθεαυτών, αλλά και λόγω του ότι αυτά απεικονίζουν το ψυχισμό των δημιουργών τους. Οι Alcest ή για την ακρίβεια ο Neige έχει κάνει ξεκάθαρη τη σχέση του με τη θάλασσα μέσα από τη δισκογραφία τους. Μπορείς κάλλιστα να καταλάβεις, πόσο ανάγκη την έχει για να αποδράσει από τη καθημερινότητα. Σήμερα τον στεγάζει, 5 χρόνια πριν, όμως, και με αυτόν το δίσκο ήταν η ερωμένη του, την οποία επισκεπτόταν συχνά και εκείνη απλά ήταν στο ίδιο μέρος για εκείνον. Και μέσα στα τραγούδια φαίνεται το πόσο πολύ τον ηρεμεί η μούσα του, ακόμα και στα πιο “σκληρά” τους σημεία.

Μπορείς να ξεκινήσεις την επαφή σου με το δίσκο μέσα από το εξώφυλλο και αν πιάσεις τον εαυτό σου να το παρατηρεί επί ώρες, τότε να ξέρεις, ότι πρέπει να εμβαθύνεις ακόμη περισσότερο. Όσο φως παρέχει το φεγγάρι στο βυθό της θάλασσας, άλλο τόσο φωτεινά είναι και τα τραγούδια μέσα στο γενικό χάσιμο. Η ισορροπία μεταξύ των ήρεμων σημείων και του black metal είναι ιδανική. Φυσικά, δεν είναι κάτι που δεν ακούστηκε στο παρελθόν, αλλά το να είσαι Γάλλος και να σου αποδίδουν μνεία για τον όρο blackgaze, είναι κάτι. Επίσης, κάτι έως και πολύ σπουδαίο είναι το να ακούγεσαι σε σημεία σαν Φιλανδική μπάντα και να κάνεις γνωστό το μελωδικό/ατμοσφαιρικό black, το οποίο αυτή η χώρα προώθησε, έστω και στο underground.

Προσωπικά, μπορεί να μη καταλαβαίνω τίποτα από τα γαλλικά τους (ένα “ουί” και ένα “μερσί” δεν φέρνουν την Άνοιξη), αλλά η διάλεκτος των χορδών μού λέει πολλά παραπάνω. Και δεν είναι μόνο η απαλότητα και η ηρεμία που υπάρχει στο “Sur l’océan Couleur de Fer” ή στη μέση του ομότιτλου “I”, αλλά είναι και η έκσταση που δημιουργείται με το που μπαίνει το “Percées de Lumière”. Αυτές οι κιθάρες, αυτά τα φωνητικά και αυτά τα τύμπανα του “ταπα ταπα” σε αναίσθητη κίνηση. Αφού μιλάμε για black τακτική.

Μπορεί να ανήκουν σαν μπάντα στο post/shoagaze/blackgaze και οι ταμπέλες είναι τζάμπα, δώσε… αλλά με αυτόν το δίσκο, όπως και με το ντεμπούτο έχουν κάτι, με το οποίο κερδίζουν αρκετούς από εμάς. Αυτό είναι το άγουρο στοιχείο και το αναφέρω, επειδή σε κουβέντες πάντα θα μπαίνει στη μέση ο δίσκος, με τον οποίο καταξιώθηκαν (βλ. “Les Voyages de l’âme”, ότι δηλαδή το “Blackwater Park” για τους Opeth) και τα άλλα θα μένουν μόνο στα ασυνείδητα των συνειδήσεων.

Δοκίμασε να είσαι στο κρύο και να πιαστείς από τη μελωδία που υπάρχει στο κλείσιμο του “Percées de Lumière”. Θα σε κάνει να στέκεσαι αδιαφορώντας για αυτό, αφού ψυχικά θα δίνεσαι σ’ αυτήν και σωματικά δεν θα αισθάνεσαι κάτι. Βύθισμα του μυαλού, άρα ένας ακόμη εκλεκτός δίσκος μεταξύ αυτών, που κάνουν αυτή τη δουλειά.