Monthly Archives: March 2015

Το χθες στο σήμερα και το λοιπόν

coverSacral-Rage-Illusions-in-Infinite-Void-01

Αρκετές φορές έχουμε αναρωτηθεί για κάποιους δίσκους, για ποιο λόγο να κινούνται σ’ έναν ήχο που ανήκει στο παρελθόν και δε προσπαθούν να ακουστούν διαφορετικά. Βέβαια, όσοι από εμάς το σκεφτήκαμε αυτό, κανείς δε βγήκε να παραδεχτεί με το χέρι στη καρδιά ότι αυτός ο ένας δίσκος ή και οι δύο – τρεις που ακούσαμε μας άρεσε περισσότερο απ’ ότι θα φανταζόμασταν, αν ακουγόταν διαφορετικά. Δε πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι εμείς οι ίδιοι όταν ακούσαμε κάτι του χθες και μας προκάλεσε ρίγη συγκίνησης, είπαμε “γιατί να μη βγαίνουν και σήμερα τέτοιοι δίσκοι…;”. Τώρα, αν εννοούσαμε να κυκλοφορήσουν δίσκοι με την ίδια πολυδυναμικότητα και έμπνευση στα τραγούδια ή απλά κάτι που ν’ ακούγεται tale quale, είναι άγνωστο. Πιστεύω ότι ούτε εμείς δε ξέραμε τι θέλαμε.

Με βάση τη τελευταία σκέψη, τη “δίχως βαθύτερη γνώση” απορία μας, θέλω να αναφερθώ σε δύο ντεμπούτα ελληνικών σχημάτων, τα οποία χαιρετίζουν το χθες με μία ιδιαίτερη ευλάβεια, αλλά χωρίς να ξεχνάνε ότι θα ακουστούν στο σήμερα.

Από τη μια πλευρά οι Katavasia, μια μπάντα που δημιουργήθηκε με σκοπό να ευχαριστήσει τον ήχο του ελληνικού black metal, όπως ήταν στη δεκαετία των ’90s. Εκ πρώτης όψεως δε θα φαινόταν σα μία ψυχαναγκαστική κίνηση; Ναι, αλλά μόλις δει ο καθένας ότι οι μουσικοί αυτής της μπάντας είναι τόσο άνθρωποι που έδωσαν σάρκα και οστά στο τότε ήχο, όσο και άνθρωποι που σήμερα τον έχουν πάει παραπέρα, τότε μιλάμε για ένα εγχείρημα που δικαιωματικά τους ανήκει. Όσα έχουν αγαπηθεί σ’ εκείνα τα χρόνια, βρίσκονται μέσα στο ντεμπούτο και με το παραπάνω. Σκοτεινές κιθάρες που μοιράζονται σε πυχτά riffs και κολλητικές μελωδίες, τα γνωστά τύμπανα (του “πολέμου”), ιδανικά φωνητικά, κάνοντάς με να τα ευχαριστηθώ περισσότερο απ’ ότι στο τελευταίο Varathron και ατμόσφαιρες χτισμένες πάνω σε πλήκτρα και βουκολικά σημεία, τα οποία συμπληρώνουν τη λειτουργική ακολουθία του δίσκου, πλέκοντας το μαύρο πέπλο. Μπορεί οι δύο καλεσμένοι τους να είναι εκλεκτοί, αλλά σαν το “Adoration of Darkness” δεν έχει (ούτε καν κάτω απ’ τη βρύση).

Από την άλλη, έχουμε τα νεαρά παλικάρια ονόματι Sacral Rage, οι οποίοι κάνοντας το επόμενο βήμα από το ΕΡ τους, αποδεικνύονται, ίσως, οι καλύτεροι που αντιλήφθηκαν και ενσωμάτωσαν τη θεωρία των “Energetic Disassembly” και “Control and Resistance” των Watchtower. Εν ολίγοις, τεχνικό speed με λίγες δόσεις από NWOBHM. Από ‘κει και πέρα υπάρχουν τα γνωστά στοιχεία και συνάμα φρέσκα, όπως riffs (παντού όμως, που φτάνουν σε σημεία πώρωσης), η μπασάρα, τα τετραγωνικά τύμπανα και οι τσιρίδες, οι οποίες είναι σοφά μετρημένες και ενίοτε μου θυμίζουν Alan Tecchio και Γιώργο Μπαχαρίδη. Σαφώς και δε κάνουν κάτι καινούργιο, ούτε και ακολούθησαν τη σκέψη των Protest the Hero με τα τραγουδιάρικά τους σημεία (αυτοί βέβαια είναι άλλη φάση και της σχολής του “Sophisticated”), αλλά δε παύει ο δίσκος να είναι και να ακούγεται δυνατός και ικανός να δώσει ώθηση για την επόμενη συνέχεια. Η οποία άραγε θα είναι κάτι παρεμφερές ή κάτι ακόμα πιο πέρα; Μπορούν να το κάνουν;

Όσο, πάντως, κι αν αυτές οι δύο κυκλοφορίες μπορεί να φέρνουν συγκεκριμένες μπάντες στο μυαλό, άλλο τόσο μετά τη πρώτη ακρόαση αντιλαμβάνεσαι ότι μπορείς να τις ακούσεις, δίχως να τις συγκρίνεις με δίσκους του παρελθόντος. Ξεφεύγεις από αυτό το τρυπάκι. Άλλωστε, πιστεύω ότι αυτός είναι ο βαθύτερος σκοπός τους, να τους ακούς και να μην ανατρέχεις στο χθες, αφού στο προσφέρουν με το τρόπο τους. Όσο για το προσωπικό black Vs speed, σημειώσατε Χ.

Advertisements

Dødheimsgard – “A Umbra Omega”

original

“Umbra, penumbra, antumbra”

Αναμφίβολα έχουμε να κάνουμε με έναν από τους πιο σημαντικούς δίσκους που έχουν δημιουργηθεί. Θα μας (με) απασχολήσει για πολύ καιρό, ειδικά από τη στιγμή που αντέχουμε και θέλουμε να διεισδύουμε σ’ αυτό ξανά και ξανά.

Black metal φυσικά, μα τι άλλο! Το έχω ξαναπεί, είναι το ιδίωμα ή αν θέλετε μία μοναδική μουσική σκηνή που δε βασίζεται σε δεδομένα. Κάνει πάντα ένα βήμα μπροστά εκεί που δε το περιμένει κανείς και είναι περισσότερο ακραίο καλλιτεχνικά, παρά ακραίο με την έννοια του αρνητικού.

Γείωση – απογείωση. Όπου γείωση βάλτε το intro και όπου απογείωση, τα πέντε τραγούδια. Όπου γείωση βάλτε την ένωση με το αισθητό και όπου απογείωση, την ένωση με το υπερβατικό.

Δ όπως τα τρίγωνα στο εξώφυλλο.

Ευρηματικότητα και ευφυία από τη πλευρά της μπάντας και εθισμός και εξάρτηση από τη πλευρά του ακροατή. Ο δίσκος δεν είναι η αρχή των πάντων, απλά για να το θέσω καθωσπρέπει, οι DHG έκαναν το μπαμ με το “666 International” και τώρα 16 χρόνια μετά το ξανακάνουν.

Ζνιάνια – Μάργα. Ο δρόμος της γνώσης.

Η μελωδία του πιάνου που με ξεπερνάει. Ώρες ώρες σκέφτομαι αν ο Vicotnik έχει ακούσει Χατζηνάσιο.

Θυμάστε τη περίπτωση του “Snow Goose” των Camel, όπου όλα τα τραγούδια ήταν απλά μέρη ενός τραγουδιού; Αυτό νιώθω ότι συμβαίνει και εδώ πέρα. Δε μιλάω για ταύτιση, αλλά για αλληλοσυμπλήρωση. Είναι λες και το ένα τραγούδι έρχεται για να ολοκληρώσει το άλλο και όλα μαζί είναι σαν ένα.

Ιαχές στη τρέλα.

Κατανόηση; Όταν σου αρέσει ένας δίσκος, ένα βιβλίο ή ένα πρόσωπο, απολαμβάνεις τη συντροφιά μαζί του όσο περίπλοκο κι αν είναι. Απολαμβάνεις και σου αρέσει που είναι διαφορετικό από ‘σένα και σου προσφέρει αυτή τη διαφορετικότητα. Η κατανόηση ξεκινάει όταν αρχίζεις να το αγαπάς και έχουμε πολύ χρόνο και δρόμο μέχρι τότε.

Λυρισμός σε νευρωτική διάσταση.

Μπάσο. Αυτό το όργανο σε αυτόν το δίσκο είναι όλα τα λεφτά. Έχει αυτόν τον ήχο, που με κάνει να το απομονώνω από όλους τους υπόλοιπους ήχους και να καταλαγιάζω. Θα μπορούσα να αραδιάσω μερικούς δίσκους που είναι αυτοί που είναι, επειδή έχουν και τέτοιο μπάσο μέσα, αλλά θα μείνω στο παρόντα δίσκο. Τεχνικό, σαγηνευτικό και γαλήνιο.

Νo one is real, nothing is unreal.

Ξεχνώντας την ύπαρξη του μέλλοντος, μη λησμονώντας το παρελθόν και ζώντας το παρόν.

Οι όροι progressive, avant – garde και jazz. Υπάρχουν μέσα σε όλες τις συνθέσεις, δεν αναγκάζουν τον ακροατή να τους διαχωρίσει, αλλά ούτε και να τους ομοιάσει. Το black υπάρχει, επειδή επιτρέπει σ’ αυτά τα στοιχεία να υπάρχουν μέσα του.

Παραγωγή ατόφια, για να ακούς τα πάντα καθαρά και χωρίς κάτι να χαντακώνει τα άλλα.

Ρίχοντάς σε στο σκοτάδι για να βρεις το φως, που θα σε απεγκλωβίσει.

Σχιζοφρενική θεατρικότητα και θεατρική σχιζοφρένεια. Δεν υπάρχει εξήγηση.

Τhorns. Στις πρώτες ακροάσεις μου ήρθε η σκέψη (και απ’ ότι είδα δεν είμαι ο μόνος) ότι το “A Umbra Omega” εκτός από τους έντονους συναισθηματισμούς που θα προκαλέσει, θα αναγκάσει πολλούς να το χαρακτηρίσουν δίσκο της δεκαετίας μέχρι ο Snorre να κυκλοφορήσει το δεύτερό του δίσκο. Εκεί καταλαβαίνετε τι έχει να γίνει…

Yusaf Parvez ή αλλιώς Vicotnik. Αυτός ο μουσικός δικαιούται ένα νόμπελ μουσικής! Αυτός ο μουσικός που για ακόμα μια φορά έγραψε ανώμαλα, τεχνικά και πωρωτικά riffs. Αυτός ο μουσικός που και πάλι αμφισβήτησε τη βαρύτητα.

Φωνητικά. Αν δεν υπήρχε ο Aldrahn, αυτός ο δίσκος θα ήταν λειψός. Κανείς δεν είναι τόσο “αρρωστημένος” όσο αυτός. Κανείς δε μπορεί να φωνάξει “singularity” με το τρόπο που το κάνει αυτός. Προφανώς και δε τραγουδάει, αλλά ο τρόπος που ερμηνεύει είναι μοναδικός! Και δε σηκώνω κουβέντα γι’ αυτό.

Χάος και γαλήνη = “Aphelion Void” και “Architect of Darkness” και εναλλάξ.

Ψυχή βαθιά.

Ωμέγα. Στο δημοτικό μάθαμε ότι αυτό το γράμμα ολοκληρώνει το αλφάβητο και αν κάποιος θελήσει να ψάξει παραπέρα, το λιγότερο θα θεωρηθεί παράλογος. Δε ξέρω ποιος δίσκος των DHG είναι αντικειμενικά το Α (η αρχή), αλλά αυτή τη στιγμή θεωρώ ότι αυτός ο δίσκος είναι το Ω τους. Η μπάντα ανέφερε ότι υπάρχει και συνέχεια στα σκαριά, ο νους μου, όμως, αδυνατεί να φανταστεί τι και πως. Οπότε, μένω σ’ αυτό το τέλος και συνεχίζω την απόλαυση στο άπειρο κι ακόμη παραπέρα.

Steven Wilson – “Hand. Cannot. Erase.”

1688298_855262414494022_1100555674450004216_n

“Το παρελθόν δε σβήνεται, αλλά γίνεται καλύτερο στο παρόν”

Είναι πολύ ωραίο να υπομένεις και να περιμένεις, χωρίς να προσκολλάσαι και να πιέζεις τις καταστάσεις, σε πολλά πράγματα στη ζωή, ακόμα και στη μουσική. Ειδικά όταν ο προηγούμενος δίσκος ενός μουσικού ή σχήματος παίζει ακόμα στο μυαλό και οι εντυπώσεις που έχουν δημιουργηθεί, είναι πέρα για πέρα οι καλύτερες, τότε φυσικό είναι να υπάρχουν προσδοκίες για το νέο πόνημα ή και να πάει ακόμη παραπέρα το θέμα. Βέβαια, το τελευταίο είναι μια υπερβολή που χρησιμοποιούμε όλοι και πολλές φορές δε καταλαβαίνουμε, ότι ακόμα και ένας απλός δίσκος, δίχως “διαστημικά” στοιχεία, μπορεί να σε συνοδεύει σε όλη σου τη ζωή. Πλέον, είναι συγκεκριμένοι οι δίσκοι που περιμένω και ας είναι η γκάμα των σχημάτων που ακολουθώ μεγαλύτερη. O Steven Wilson είναι ένας από αυτούς, που μόλις ανακοινώσει την έλευση νέου δημιουργήματος, καταγράφεται στην αίθουσα αναμονής του μυαλού μου.

Σας έχει τύχει ποτέ να θέλετε οι νότες ενός δίσκου που ακούσατε, να μετουσιαστούν σε μία πελώρια θάλασσα με πλούσιο βυθό και εσείς να βουτήξετε μέσα για εξερεύνηση ωρών, δίχως το φόβο πνιγμού; Αυτό συμβαίνει σε μένα με αυτόν εδώ το δίσκο, κυρίως με όλα τα μέρη των πλήκτρων, του πιάνου και των synthesizers, τα οποία αναπαράγουν ήχους που αν τα ενώσεις, θα έχεις μία άρτια μελωδία.

O Wilson έκανε το επόμενο βήμα μετά το “The Raven…” και είτε το θεωρείς ανώτερο, είτε κατώτερο, είτε ίδιου βεληνεκούς, είναι ένα άλλο άλμπουμ, το οποίο πάτησε στη βάση του προκατόχου του για να προχωρήσει. Η κίνηση ΜΑΤ είναι η ενσωμάτωση των γυναικείων φωνητικών εκεί που πραγματικά χρειάζονται και ήξερε ο ίδιος, ότι δε θα μπορούσε να αποδώσει σωστά αυτά τα σημεία με τη φωνή του.

Πολλοί, για την ακρίβεια, τα λεγόμενα prog freaks θα σταθούν περισσότερο στα μεγάλης διάρκειας τραγούδια, ώστε να κρίνουν κατά πόσο έχουν καλύτερες σταυρωτές αλλαγές και χτυπήματα από προηγούμενες συνθέσεις (ποιος στέκεται άραγε στο, α λα εγκεφαλογράφημα μετά από έκρηξη απόγνωσης, riff του “Ancestral”;). Η μαγεία, όμως, βρίσκεται σε όλα μα όλα τα τραγούδια και όσο αξίζουν τα μεγάλα, άλλο τόσο αξίζουν και τα μικρά, τα οποία μπορείς να τ’ ακούσεις και μόνα τους, χωρίς να βασίζεσαι στη ψυχαναγκαστική θεωρία “Ένα δίσκο τον ακούμε ολόκληρο. Μόνο τότε μαθαίνουμε να είμαστε σωστοί ακροατές”. Βέβαια, την “αγιοσύνη” του “Ascendant Here on…” μπορείς να τη νιώσεις πολύ καλύτερα αν έχεις ακούσει πρώτα όλα τα υπόλοιπα άσματα.

Γενικά η φάση στο δίσκο είναι κάπως έτσι: Είσαι δάσκαλος νηπειαγωγείου ή δημοτικού και τη μια μέρα παίρνεις τα παιδιά σου, τα πας σε ένα ωδείο και τους διδάσκεις το “Moving Pictures” των Rush, με κάθε λεπτομερή μουσική θεωρία. Την επόμενη μέρα, τα πας βόλτα στο πάρκο να ξεσαλώσουν και καθοδόν τους μαθαίνεις να τραγουδούν το “Space Oddity” του David Bowie. Απλά πράγματα. To “Hand. Cannot. Erase.” δεν είναι καθαρόαιμο prog, αλλά είναι πέρα για πέρα προοδευτικό. Δεν είναι καθαρόαιμο pop, αλλά είναι κουλτούρα. Δεν είναι καθαρόαιμο rock, αλλά είναι επανάσταση απέναντι στα “πρέπει” της σημερινής μουσικής σκηνής να ακολουθούνται συγκεκριμένες κατευθύνσεις, για να μην απογοητευτούν τα γούστα των οπαδών. Σκεφτείτε ότι εδώ απουσιάζει ο μηχανικός ήχου του πρηγούμενου δίσκου, επειδή ο κύριος Wilson ήθελε να ακούγεται το δημιούργημά του στο σήμερα. Καταστράφηκε το prog rock, ε;

Ο δίσκος, όμως, αυτός δεν είναι μόνο η μουσική του. Είναι και η ιστορία που υπάρχει απο πίσω. Η ιστορία μιας γυναίκας που πέρασε μέσα της πολλά, για να καταλήξει μόνη της και όλοι λίγο πολύ κουβαλάμε κάτι από αυτά. Αν δε σας κάνει κόπο και έχετε όρεξη, περάστε λίγη ώρα διαβάζοντας αυτή την ιστορία εδώ. Και μια συμβουλή: σίγουρα για όλους μας υπάρχει εκεί έξω κάποιο πρόσωπο που μας ενδιαφέρει και στη περίπτωση που γνωρίζουμε ότι βασανίζεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να μη το αφήνουμε μόνο του. Ας βασανιστούμε μαζί του, έστω κι αν μονάχα οι σκέψεις μας μπορούν να βρίσκονται κοντά του. This is a side of the perfect life.

Enslaved – “In Times”

Enslaved - In Times - Artwork

“Ατελεύτητη πορεία”

Μπήκαμε αισίως στην Άνοιξη και ο Χειμώνας αναπνέει τα τελευταία του κρύα. Τη μεταβίβαση αυτή από τη μια εποχή στην άλλη έρχεται να πιστοποιήσει το “In Times”. Μα τι ωραία στιγμή να εμφανίζεται ένας δίσκος σε μια συγκεριμένη χρονική στιγμή, κατά την οποία συντελείται μια όμορφη αλλαγή! Ναι, οι Enslaved, πλέον, δεν εμφανίζονται στους καιρούς όπου το κρύο μετατρέπει τα πάντα σε κρύσταλλα, όπως επί “Frost”, αλλά στη περίοδο όπου το χιόνι φτάνει μέχρι ένα σημείο και από εκεί και έπειτα ξεκινάει μια πρασινάδα γεμάτη στα πολύχρωμα άνθη.

Οι Νορβηγοί σε κάθε τους βήμα είναι σοβαροί, κυρίως με τον εαυτό τους. Έχουν χαράξει μία πορεία, που δεν έχει στροφές δεξιά και αριστερά, αλλά μαζεύει μέσα της πράγματα που βρίσκει στο διάβα της και ξέρει ότι θα χειραφετηθούν προς όφελός της. Είναι οι ίδιοι ένα ποτάμι που κυλάει ορμητικά μπροστά και δε κάνει επιστροφές, δεν αντιτίθεται στη φύση του. Σε κάθε δίσκο τους ξέρεις τι θα ακούσεις και παράλληλα δε ξέρεις πως θα ακούγονται τα τραγούδια, πως θα αναπτύσσονται. Είσαι σίγουρος για το ραντεβού σου με τη πώρωση, αλλά δε γνωρίζεις σε ποια χρονική στιγμή θα έρθει να σε βρει.

Έχουν μία μοναδικότητα στο να καταφέρνουν να συνδυάζουν τις black/viking επιθέσεις με τη progressive σκέψη και πράξη. Έχεις, δηλαδή, από τη μια όλα αυτά τα riffs (στο ομότιτλο αδερφές μου, στο ομότιτλο) και τις δίκασες και από την άλλη έχεις το πέρασμα στα καθαρά φωνητικά και σε αρμονίες που σε ταξιδεύουν, όχι σε μια άλλη εποχή γύρω από την οποία κτίστηκαν μύθοι που ποτέ δεν έζησες, αλλά σε στιγμές του παρόντος, όπου βρίσκεις τον εαυτό σου και ηρεμείς. Αν δώσεις, μάλιστα, ιδιαίτερη προσοχή και στους στίχους, οι οποίοι είναι υπέροχοι και άκρως κολλητικοί, θα συνειδητοποιήσεις ότι πέραν της Σκανδιναβικής/υπαρξιστικής προσεγγίσεώς τους, συνηγορούν και στην επίτευξη των άνωθεν στιγμών.

Δε νομίζω ότι χρειάζονται οι σκέψεις μου και οι λέξεις μου για να αποδείξω ότι αυτή η μπάντα είναι ένας χαρισματικός εγκέφαλος, αλλά αν δε κάνω την ακόλουθη αναφορά, θα σκάσω. Είτε κολλήσω στον όλεθρο των rhythm sections που πέφτουν σε καταράκτες απάνω μου, είτε στα solo που παίζονται με πλούσιο ροκσταριλίκι (από καθαρά μουσικής απόψεως και μόνο), είτε στα post-jazz σημεία που σε ξαπλώνουν, όλη την ευφυία τη βρίσκω μέσα στο “Nauthir Bleeding”. Υπάρχει ένα ηχητικό στρώμα πίσω από τα φανερά, το οποίο παραπάμπει στους King Crimson και αν εμμείνεις σ’ αυτό, θα καταλήξεις θα συνδυάζεις στο μυαλό σου λίγο από το “In the Court of the Crimson King” και από το “Red”.

Οποιαδήποτε σύγκριση με τα “Riitiir”, “Axioma Ethica Odini” ή ακόμα και το προσωπικό αγαπημένο “Below the Lights” εκλαμβάνεται ως ανούσια διαδικασία. Αυτή η βαλίτσα ιδεών έχει πάει πολύ μακριά. Για Enslaved μιλάμε, δύναμη πυρός. Ελπίζω να δεήσουν οι καιροί, ώστε κάποια στιγμή να τους απολαύσω εκεί που οι φήμες λένε για εγγυημένες καταστάσεις.

Ruby the Hatchet – “Valley of the Snake”

Cover

“Όλα τα ερπετά στη πίστα”

Πέρσι οι Electric Citizen μας σύστησαν το ντεμπούτο τους και όσοι το ακούσαμε (και ακόμα το ακούμε), χαρήκαμε ιδιαίτερα που υπάρχει ακόμα μια μπάντα στο χώρο του heavy/rock/psychedelic doom με τέτοιο νεύρο και τέτοια όρεξη. Φέτος, οι άγνωστοι στους περισσότερους εξ ημών, Ruby the Hatchet σερβίρουν το δεύτερό τους δίσκο και βάζουν φωτιά. Ναι, είναι και αυτοί μία από τα ίδια, αλλά αφού έχουν τη δυνατότητα να γράφουν τέτοια τραγούδια, θα τους αγκαλιάσω και θα αδιαφορήσω για το αν κάποιες ξανθιές θα σπάσουν τους όρκους τους για νέες ανησυχίες.

Δύο πράγματα για αρχή με κάνουν να λέω “πάμε πάρα πολύ ωραία”. Πρώτον, έχει μονάχα έξι τραγούδια στο σύνολο και με διαφορετική προσέγγιση το καθένα, για να μην οδηγηθούμε σε βαρεμάρα, διότι, είπαμε, είναι μία από τα ίδια. Δεύτερον, έχουν δύο τραγουδάρες, δύο μεγάλους ύμνους που μπορούν με άνεση να κοιτάξουν κατάματα τραγούδια των Blood Ceremony. Αυτούς μάλιστα, τους έχουν και για καθοδηγητές, μια και μπορείς να αντιληφθείς, αν είσαι του ήχου, τις κοινές συντεταγμένες. Από τη μια το εναρκτήριο “Heavy Blanket”, το οποίο είναι από τα καλύτερα άσματα που άκουσα το τελευταίο καιρό και από την άλλη το ομότιτλο που ρίχνεται με ψυχεδελικώ τω τρόπω στο Νότο της Αμερικής. Ξεκινάει απαλά και δίνει δύναμη στο τέλος.

Τώρα, θα με πεις τα άλλα τα τραγούδια δεν…; Όχι, δε θα σε πω δεν… αλλά θα σε πω ότι σε διατηρούν μέσα στο χορό και μετά από δυο τρεις ακροάσεις βάζεις τα ηχεία τέρμα στη φούζα και έχεις στο κήπο σου σούρα σαλαμάνδρες στη σούζα. Έχεις όλα τα όργανα να στέκονται το ένα πλάι στο άλλο, ηχητικά, και έχεις και αυτή τη φωνή. Η Jilian δεν ακούγεται σαν τη μία ή την άλλη, αλλά δε λέω ότι έχει και τη φωνάρα. Έχει, όμως, αυτό το κάτι τις για να σε τραβήξει κοντά της, έχει αυτά τα χαρακτηριστικά “οουυυυ οοοουυυυ οοοοοουυυυυ”, τα οποία δε διστάζει να τα βάλει σχεδόν σε όλο το δίσκο.

Για να είμαι ξεκάθαρος και τίμιος, θα πω το εξής: Δεν πρόκειται να αναφέρω τη λέξη “δισκάρα”, ούτε και να συστήσω το δίσκο σε εκείνους που δεν έχουν σχέση με αυτές τις μπάντες, ακόμα κι αν θέλουν να ακούσουν γυναικεία φωνητικά για να κάνουν τη διαφορά στα ακούσματά τους. Είναι ένα πολύ ωραίο δισκάκι, ιδανικό για να ξεκινάω τα πρωινά μου ή να ορίζω τα απογεύματά μου και να περιμένω πάντα να φτάσει η στιγμή που θα ακουστεί ο στίχος “For me there’s only now…”. Είναι εθισμός άνευ κορυφών. Και ναι, ροκάρουν.

Θα ήθελα να ήξερα αν αυτά τα τραγούδια αποδίδονται και με την ίδια ένταση στις συναυλίες τους, αλλά μάλλον εδώ πρέπει απλά να αρχίσω να ονειρεύομαι για κάτι τέτοιο ή να αρκεστώ μονάχα στη studio φάση.