Rocking my world Vol. II

11009970_821670021221978_3518002868977683186_n

Το παρόν κείμενο γράφεται με ιδιαίτερη συγκίνηση, αφού, κατά πρώτον η συγκεκριμένη μπάντα αποτελεί μία ξεχωριστή αδυναμία για μένα και κατά δεύτερον αυτός ο νέος δίσκος μετά από δύο ολόκληρα χρόνια βλέπει το φως της δημοσιότητας. Δεν χτιζόταν, ούτε και μπορώ να πω μετά βεβαιότητος ότι πέρασε από σαράντα κύμματα, απλά έκανε υπομονή μέχρι τη κατάλληλη στιγμή και ως είθισται κάθε πράγμα στο καιρό του και τον Αύγουστο ο κολιός.

Για να βάλω τώρα τα πράγματα στη σειρά, θα ξεκινήσω λέγοντας, ότι χαίρομαι που το power metal έχει πεθάνει ή για την ακρίβεια, που το έχω σκοτώσει και ‘γω ο ίδιος ως no.1 επιλογή. Χαίρομαι που η περίοδος ’08 – ’10 υπήρξε ένα αληθινό όνειρο καλοκαιρινής νυκτός και που τόσο οι μεγάλοι, όσο και οι λεγόμενοι άξιοι μαθητές τους αδυνατούν πλέον να ξεφύγουν από το λήθαργο μιας ψυχαναγκαστικής και ασφαλούς κατεύθυνσης. Και γιατί χαίρομαι; Διότι, μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως οι Emerald Sun, έρχονται να επαναπροσδιορίσουν και όχι να επαναφεύρουν τον ήχο και την όρεξή μου γι’ αυτόν.

Λένε ότι ο τρίτος δίσκος μιας μπάντας είναι αυτός που καθορίζει την αυθεντικότητά της και τη σιγουριά ότι έχει βρει τα πατήματά της. Δε πρόκειται να διαφωνήσω μ’ αυτό και στη περίπτωση των Emerald Sun ο δίσκος τους ηχεί πιο σίγουρος από ποτέ. Αν στους δύο προηγούμενους ήταν φανερή η τέρμα power metal διάθεσή τους, ειδικά στο ντεμπούτο, επιτρέποντας στο νου να φέρνει τη γερμανική σχολή κατά μέρος, τότε εδώ γίνεται σαφές ότι μπήκαν στο στούντιο και είπαν “Οκ, αυτή τη φορά θα το κάνουμε με το δικό μας τρόπο”. Όχι ότι τα προηγούμενα δύο υστερούσαν κάπως, τουναντίον. Απλά, εδώ συνδυάζεται η δύναμη, η μελωδία και η rock ευθυμία.

Ακούγοντας το δίσκο ξανά και ξανά παρασέρνομαι από τα πάντα, δίκασες/ρεφρέν/riffs και δοξολογώ που δε μπορώ να βρω κάπου Helloween ή Edguy (είπαμε, πάνε αυτοί, “πέθαναν”). Από την άλλη, δεν εμποδίζει τίποτα αυτούς τους μουσικούς να βάλουν ένα εθιστικό Savatage rhythm section στο ομότιτλο ή να ζώσουν τις κόκκινες κιθάρες τους με λευκή ταινία για να παίξουν το riff του “Freedom Call”. Ain’t talkin’ about power λέμε. Γράφουν συν τοις άλλοις μία από τις καλύτερες μπαλάντες στο πρόσωπο του “Mere Reflection” και έτσι πορεύονται νικηφόρα.

Αν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να επισημάνω πιο πολύ απ’ όλα για αυτόν το δίσκο, είναι τρία πράγματα. Πρώτον, τα πλήκτρα, τα οποία έχουν ένα πρωταγωνιστικό ρόλο, φέρνοντας ένα τελείως ελληνικό άρωμα από τα ’90s, αποποιούμενα οποιαδήποτε σχέση με το metal στερέωμα. Δεύτερον, τα φωνητικά του Στέλιου που δείχνουν και βγάζουν αυτό που ανέφερα παραπάνω, τη rock ευθυμία. Αν γουστάρεις κατά βάθος τους Heavens Gate περισσότερο από κάποιον άλλον, τότε θα κατλάβεις γιατί δε κάνει μόνο ο υψίφωνος τη διαφορά. Τέλος, είναι οι μελωδίες, όπως αυτή του “Racing with Destiny”. Άκρως κολλητική και βγαλμένη από μουσική που δεν έχει καμία επαφή με το metal, το rock και ότι άλλο γνωστό είδος μπορείς να φανταστείς. ‘Εχεις ακούσει ινδιάνους να παίζουν μουσική;

Μπορεί πλέον το power metal να σερβίρεται έτσι; Και με αυτήν τη παραγωγή; (Βαγγέλη βάλε τάπα στους μοντερνισμούς). Δεν έχουμε να κάνουμε με μία τίμια προσπάθεια, αλλά με κάτι που μόνο αν σε συγκινεί, θα καταλάβεις και θα ορέγεσαι την αξία του. Τελικά, αυτό το στουντιάκι με την αφίσα της Cindy Crawford πρέπει να παρέχει μία ιδιαίτερη μαγεία και δύναμη.

Advertisements

One thought on “Rocking my world Vol. II

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s