Monthly Archives: May 2015

Dead power – Fading glory

Helloween - My God-Given Right (2015)

Βγήκε καινούργιο Helloween και δεν υπήρχε περίπτωση να μη το ακούσω. Όχι επειδή περίμενα κάτι σπουδαίο, αλλά επειδή έχω και ένα παρελθόν με τη συγκεκριμένη μπάντα, αλλά και το ιδίωμα. Είναι μία αδυναμία μου και χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη αντί της αγάπης, διότι η δεύτερη είναι περισσότερο μία πλασματική κατάσταση στη σχέση μου με τη μουσική. Μετά τη πρώτη ακρόαση, καθότι με κάποιες μπάντες και δίσκους δε χρειάζονται και πολλές ακροάσεις για να αποφασίσεις (το παρελθόν είναι δείκτης), απλά επιβεβαίωσα αυτό που αντιλήφθηκα από το προηγούμενο δίσκο τους “Straight out of Hell”, μηδέν εις το πηλίκον. Τραγούδια χωρίς ουσία, χωρίς τσαγανό και ένα – δύο αδυνατούν να σώσουν τη κατάσταση. Τζούφιο power metal.

Και εδώ προσθέτω στη παρέα μας άλλες τρεις μπάντες, τους Hammerfall, τους Gamma Ray και τους Stratovarius, με βάση τα τελευταία τους επιτεύγματα. Οι τελευταίοι δίσκοι αυτών των συγκροτημάτων και παλαιών αδυναμιών για μένα έχουν μονάχα οικονομικό κίνητρο, διότι από μουσικής πλευράς τό μοναδικό όριο που μπορούν να αγγίξουν είναι αυτό του καλού έως και μετρίου. Άρα και μετά από 2-3 ακροάσεις ο δίσκος δεν αγγίζεται ούτε για μεθύσι. Η έμπνευσή τους είναι αργή, κουρασμένη και “χοντρή”. Κάπου αντιγράφει το παρελθόν με απογοητευτικά αποτελέσματα προς το συναίσθημα και κάπου προσπαθεί να αγγίξει κάτι άλλο, που αν και από το Τύπο πιθανόν να χαρακτηριστεί ως καινοτομία στον ήχο, θα γίνει τελικά σαφές ότι μία τέτοια κίνηση δε τους ταιριάζει. Τίποτα δεν κάνει έκρηξη.

Βέβαια, αυτή είναι κατά κύριο λόγο η δουλειά τους. Ανά δυο χρόνια περίπου θα βγάζουν νέο δίσκο αφού έχουν κάνει μία εκτεταμένη περιοδεία παντού και έτσι θα βγάζουν τα λεφτά τους. Γι’ αυτό δε τους κατηγορώ, όχι ό,τι θα τους κατηγορήσω για αυτά που κυκλοφορούν πλέον, διότι προσωπικά ξέρω από ποιες μπάντες και μουσικούς μπορώ να περιμένω κάτι ωραίο.

Οι Helloween, λοιπόν, μετά το ’07, όπου και έβγαλαν ένα πολύ ωραίο και δυνατό δίσκο, επιστρέφουν το ’10 με ένα εξίσου ωραίο δίσκο (με θέματα στη παραγωγή), ο οποίος είναι περισσότερο μια ματιά στο πολύ πίσω παρελθόν, αλλά δε χάλασε κανένα. Μετά όμως; Μετά κάτι ξαναχάθηκε όπως είχε γίνει και με το “Legacy” και τα έσπασαν και με τις ωραίες παραγωγές του παρελθόντος. Που είναι ο ήχος ή ακόμα και το υλικό του “Better than Raw”; Οι Hammerfall έχω την εντύπωση ότι δε ξέρουν τι τους γίνεται, τι θέλουν να κάνουν. Το έχουν χάσει εδώ και χρόνια το άθλημα με μοναδική εξαίρεση το “No Sacrifice, No Victory”, στο οποίο έδειξαν σημάδια ανάκαμψης, για λίγο όμως. Μετά και αυτοί στο κουβά. Οι Stratovarius ήταν ένα τεράστιο ερωτηματικό μετά τη φυγή του Tolki. Παρόλα αυτά, όμως, μας χαστούκισαν με το “Polaris” και μετά μπερδεύτηκαν και αυτοί. Και τέλος οι Gamma Ray. O Kai Hansen θα είναι πάντα το είδωλο του power ακόμα και αν γράψει country μουσική, αλλά οι τελευταίοι τους δίσκοι είναι στα ίδια, λίγο Priest και λίγο παρελθόν από τα ’90s σε αργή κίνηση και με μέτρια παραγωγή. Οι ακτίνες έχουν χάσει το χρώμα τους και αυτοί δε το ξέρουν.

Δε ζητάω να βγάλουν ένα τέλειο δίσκο, πλέον δε με ενδιαφέρει να ακούσω κάτι καινούργιο από αυτούς (αλλά ό,τι βγει θα το ακούσω). Πάει, έφυγε το τραίνο και άφησε πίσω του μια μεγάλη παρακαταθήκη. Η μισή είναι διαμάντια και η άλλη μισή μοιράζεται σε γλυκά και σε πατάτες. Μπορούν απλά να συνεχίσουν να κάνουν ζωντανές εμφανίσεις χωρίς επιπλέον δίσκους, ας κάνουν και μερικά reunions με παλιούς που κάποιοι τόσο πολύ ποθούν να δουν και ας βγάλουν έτσι τα χρήματά τους. Και αυτό το σκέφτομαι, όχι επειδή με τους τελευταίους τους δίσκους κακοποιούν το όνομά τους ή το ιδίωμα, αλλά επειδή δε θέλω να τα δω να κακοποιούνται.

Μπορεί οι Blind Guardian ή κάποιοι δίσκοι εκλάμψεις των Edguy ή άλλες (και λίγες) μπάντες να με ζεσταίνουν, αλλά θεωρώ ότι το power metal γενικά έχει πεθάνει. Μπορεί κάποιος να βγει και να με πει ότι υπάρχουν πολλές άξιες μπάντες εκεί έξω, αλλά όσο αυτές μιμούνται με τέλειο τρόπο κάποιον από τους “συνταξιοδοτημένους” προαναφερθέντες, θα κλείνω τα αυτιά μου. Τελικά, οι Heaven’s Gate πρέπει να είναι οι μεγαλύτεροι μάγκες στην ιστορία του ιδιώματος. Ήρθαν, είδαν, κατέκτησαν και έφυγαν ως κύριοι.

Δε πειράζει, όμως. Οι αδυναμίες είναι αδυναμίες και κάπου λογικό είναι να δείξουν και ένα πρόσωπο ανέκφραστο. Ας είναι. Μπορώ να συνεχίσω τη ζωή μου και χωρίς να βασίζομαι σ’ αυτές.

Advertisements

Leprous – “The Congregation”

cover

“A pleasant shade of gray II”

Τελικά τι μπορούμε να ορίσουμε ως progressive; Μία μπάντα που παίζει τεχνικά και ο μετρονόμος ζαλίζεται από τις αλλαγές; Μία μπάντα που φαίνεται διαφορετική από δίσκο σε δίσκο ή μία μπάντα που απλά βάζει συνεχή και πολλαπλά κοφτά σημεία στις κιθάρες της; Progressive είσαι, μάλλον, περισότερο στη σκέψη. Οι Fates Warning είναι, επειδή κυκλοφόρησαν κάποτε το “Awaken the Guardian”, μετά το απλό “Inside Out” και μετά το δύσκολο “Disconnected”. Παρόμοια, όμως, είναι και οι Mastodon, τους οποίους μπορεί να τους αποκαλούν hipster-άδες λόγω look, αλλά οι remission-άδες τους πάντα θα βάζουν το “Leviathan” στις prog λίστες με τα καλύτερα, κοντράροντας μ’ αυτόν το τρόπο τους nerds. Στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή έρχονται έντονα και οι Meshuggah, για τους οποίους έχουν πει ότι είναι μία σύγχρονη προσέγγιση των King crimson στον ακραίο ήχο. Ίσως ο G.R.A.F.I.A.S. να μπορεί να διευκρινήσει τα πράγματα. Και οι Leprous;

Οι Νορβηγοί έχουν μπει για τα καλά μέσα στα νερά του progressive, αλλά δε με ενδιαφέρει να τους κρεμάσω κάποια ταμπέλα, επειδή είναι ξεχωριστοί για να τους κατονομάσω έτσι. Είναι ωραίοι, είναι μοντέρνοι και αδιαφορούν για κάποια σημεία του μοντερνισμού. Δεν κινούνται μέσα σε κλασσικά χωράφια, δεν ακούγονται σαν κάποιον άλλον, έχουν το δικό τους κώδικα έκφρασης μέσα από τον ήχο τους, αλλά και τη παραγωγή αυτού. Δεν μπορείς να αναφέρεις τη λέξη riff μέσα στα τραγούδια τους, διότι οι κιθάρες τους έχουν νευρικούς συνδέσμους με τα υπόλοιπα όργανα. Είναι μια τέλεια συμμετρία το παίξιμό τους και μέσα απ’ αυτήν παρέχεται μία απλότητα.

Δεν κυκλοφορούν το δίσκο χρονιάς, δεν υπάρχει αυτός ο δίσκος, όχι πια (το έχω αποδεχτεί και ‘γω). Το “Coal” ήταν ένα μπαμ, ένα τεράστιο κόλλημα, μία ένεση εθισμού η βελόνα της οποίας ακόμη είναι καρφωμένη στη φλέβα. Γι’ αυτό το λόγο, το “The Congregation” δεν είναι καλύτερό του, δε μπορεί να το ξεπεράσει, όχι για μένα και όχι αυτή τη χρονική στιγμή. Δεν είναι, όμως, και κατώτερο, απλά είναι και αυτό συναισθηματικό και γοητευτικό με ένα βαθμό δυσκολίας. Είναι όλες οι συναισθηματικές ερμηνείες του Solberg, είναι οι συναισθηματικές μελωδίες, είναι το συναισθηματικό “The Flood”, είναι δυο – τρεις εισαγωγές με τα πλήκτρα που σε αρπάζουν. Πολύ συναίσθημα.

Είναι, όμως, και οι στίχοι. Μα τη συγχυσμένη μου καρδιά και τη πίστη μου όταν μπαίνει ο στίχος “Lower, further, I still believe in sunrise”, χαίρομαι να αισθάνομαι ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που όσες φορές και να πέσουν πολύ κάτω, θα σηκωθούν ξανά και ξανά, δίχως απελπισία. Αυτή είναι η ομορφιά αυτού του θαύματος μέσα στο θαύμα της ζωής και ο δίσκος στο λέει μέσα από μια γκρι ή σκοτεινή κατάσταση. Τρία – τέσσερα τραγούδια έχουν γίνει η απόλυτη συντροφιά.

Φαίνεται εν τέλει ότι οι Leprous θα είναι, πλέον, από εκείνες τις μπάντες που θα αγκαλιαστούν για τη συνολική εικόνα των τραγουδιών τους και δεν θα νοιάζει κανέναν αν έχουν solo, αν τα τύμπανά τους έχουν ανάποδες αλλαγές ή αν θα έρθει η μέρα που βγάλουν και ένα rock n’ toll attitude με χρωματιστά παπιγιόν αντί για γραβάτες. Μόνο γλυκιά και σκοτεινή μελαγχολία και η προοδευτικότητα στα βήματά τους. Αν το νιώθεις, δε θες τίποτ’ άλλο.