Monthly Archives: August 2015

Rocking my world Vol. IV

a2215944089_10

Το τι συμβαίνει στη μουσική σκηνή της Σουηδίας εδώ και χρόνια είναι γνωστό. Παραγωγικότητα σε πολύ καλά επίπεδα, μόδα στον ρετρό ήχο και άλλα ενδιαφέροντα και μη. Το θέμα δεν είναι να υπάρχει μόνο αυτή η αφθονία, αλλά πολύ περισσότερο αρκετές από τις κυκλοφορίες να είναι τόσο ορεξάτες, ώστε να παίζουν και έξι χρόνια μετά της γέννησή τους. Οι Terrible Feelings φαίνεται ότι το θέλουν αυτό και το θέλουν πολύ.

Κλασσικά για τον ήχο τους, μελωδικό punk συνδυαζόμενο με hard rock, όταν ξεκίνησαν ήταν γνωστοί μόνο στους υπόγειους κύκλους. Με τα ΕΡ και τα 7″ τους και πιο συγκεκριμένα με το “Blank Heads” άρχισαν να κάνουν ιδιαίτερα αισθητή τη παρουσία τους σ’ ένα μεγαλύτερο κύκλο (οπαδοί των Masshysteri και πλέον Hurula, ονόματα που κάνουν θραύση εκεί πάνω), αυτόν που του αρέσει η αμεσότητα στα τραγούδια και να γίνονται hits σε μία ώρα.  Έτσι, μετά το ντεμπούτο που άφησε εντυπώσεις και στα εδάφη μας, βγάζουν το δεύτερό τους και περνάμε ακόμα καλύτερα.

Ο δίσκος είναι αυτό που λέμε ευθύς. Κυλάει νεράκι, δεν καταλαβαίνει από κοιλιές και ας έχει δώδεκα τραγούδια. Να αναλογίστουμε ότι τουλάχιστον τα εννιά από αυτά μπορούμε να τα αποκαλέσουμε χιτάκια, κάτι που φαίνεται από το “Cold Eyes”. Ξέρουν να γράφουν για να σε μπάσουν μέσα στο χορό τους. Κοφτά riff-άκια, στακάτοι ρυθμοί και χορτάτα ρεφρέν για να τα λαλάς. Το αξιοσημείωτο είναι ότι έχουν μελωδίες στις κιθάρες, οι οποίες νομίζεις ότι είναι γραμμένες από τη Σουηδία για τη Σουηδία. Για να εξηγηθώ, αν βάλεις στη σειρά In Solitude, Pig Eyes, Tribulation, Terrible Feelings, Dissection και ακούσεις τις μελωδίες τους, άσχετα από το τι παίζει η κάθε μπάντα, θα δεις ότι είναι κοινές ή ότι έχουν κοινό παρανομαστή. Και το όμορφο στην υπόθεση είναι ότι αυτές σου κάνουν τη πρώτη αίσθηση στα τραγούδια. Άρα ένα θετικό στοιχείο, ώστε ο δίσκος να ανέβει ψηλά.

Επίσης, είναι ακόμα μια μπάντα με γυναικεία φωνητικά, αλλά όταν αυτά σε καλύπτουν πλήρως σε αυτό που ακούς, αδιαφορείς για τα στατιστικά δεδομένα. Δεν έχουν το νεύρο των Dead Sara, για παράδειγμα, αλλά είναι εξίσου ελκυστικοί και απολαυστικοί. Μπορεί, βέβαια, να μη κερδίσουν ποτέ τις τις ψυχές όλων εκείνων που απολαμβάνουν τραγούδια παιγμένα πίσω από μάσκες και διαφήμιση, αλλά όσο μου αρέσουν εμένα, άλλο τόσο θα βλέπω και μέλλον στους δίσκους με φρεσκάδα και ενέργεια. Σαν κάθε νέο καλοκαίρι.

Advertisements

1 απόχρωση σε 12 αντανακλάσεις

APSOG

Ετοιμάζεται η επανακυκλοφορία αυτού του δίσκου, οπότε και ‘γω δράττομαι της ευκαιρίας να ξεσκουριάσω τα δάκτυλά μου γι’ αυτό το δημιούργημα. Προσωπικά, θεωρώ ότι ένα δίσκο αξίζει να τον επανακυκλοφορήσεις μόνο αν έχουν τελειώσει τ’ αποθέματα της προηγούμενης έκδοσης. Οποιαδήποτε ένταξη επιπλέον υλικού μέσα, είτε πρόκειται για dvd, είτε για live cd και demo, για μένα είναι αδιάφορο, ακόμα κι αν πρόκειται για τους Fates Warning. Αλλά, ας το παρακάμψω όλο αυτό, για να στραφώ εκεί που πρέπει.

Πριν από το “APSOG” κανένας δίσκος δε μπορούσε να προϊδεάσει την έλευσή του. Η όλη του εικόνα είναι αυτό που απαιτείται από μια μπάντα και δη στο χώρο του progressive, να είναι το επόμενο βήμα. Κάτι άλλο, κάτι φρέσκο και αν δύναται να σε γονατίσει. Όλα αυτά τα πέτυχε και σκεφτείτε ότι, ενώ θεωρώ ως καλύτερο δίσκο (εντελώς υποκειμενικά) της μπάντας το “Perfect Symmetry”, αυτός εδώ ο δίσκος αν είχε στόμα, θα απαρνιόταν οποιαδήποτε σχέση με το metal ή το rock ή ακόμα ακόμα και το ίδιο το prog, διότι από το ’97 μέχρι και σήμερα βρίσκεται μέσα σε καρδιές περισσότερο από άλλους δίσκους και δίχως να επιδέχεται αναλύσεις επί αναλύσεων. Στους κύκλους των σχολαστικών, βέβαια, μετριάζεται η αξία του. Γιατί; Μάλλον επειδή δεν είναι το αυγό που το γέννησε η κότα με τα χρυσά αυγά ή επειδή δεν είναι τετραγωνικό και ορθογώνιο.

Ακολουθεί το σημάδι του “Snow Goose” των Camel. Ένα τραγούδι σε δώδεκα μέρη ή μία πράξη σε δώδεκα κινήσεις ή μία στιγμή σε δώδεκα εικόνες. Τελείως αντιεμπορικό, τελείως απαιτητικό, τελείως συναισθηματικό. Για την ακρίβεια ασφυκτικά συναισθηματικό. Ο Aresti φεύγει, αλλά ο Jim δεν πτοείται, κάθεται και δημιουργεί την αυτοανάλυση του καθημερινού ανθρώπου που βλέπει τη λήθη, αλλά δεν την αποφεύγει. Και από την άλλη, ο Ray αφήνει πίσω του τη χαρωπότητα και τη μεταλλικότητα των προηγούμενων δίσκων. Δεν μετουσιώνεται στον αξέχαστο τραγουδιστή της δεκαετίας, αλλά γίνεται πιο βαθύς και πιο ειλικρινής. Κανείς δε νοιάστηκε για το ότι δεν κατάφερε το πρώτο και αυτοί που έπρεπε τρίβουμε τα χέρια μας για το δεύτερο.

Όταν ξεκινάει, εκεί που καταπιάνεσαι με τη 2η πράξη, ξεφνικά πιάνεις τον εαυτό σου να συγκεντρώνεται στην 5η και 6η πράξη και να μη θέλει να φύγει από ‘κει. Όταν φτάσεις στη 12η, θα νιώθεις ο πιο παράλυτος άνθρωπος, μέχρι να χτυπήσει το ξυπνητήρι στο τέλος και να σηκωθείς. Δεν σε νοιάζει το πως ακούγονται τα όργανα, δεν σε νοιάζει αν λείπει κάτι ή όχι. Σε αρπάζει το σύνολο και οι στίχοι, είπαμε δεν παρέχεται περαιτέρω ανάλυση, βγαίνεις εκτός.

Αν πάλι δεν το έχεις ακούσει ποτέ και θελήσεις, όμως, να πας να τους δεις live, να θυμάσαι τη στιγμή που θα επισκιαστεί η φωνή του Ray για να τραγουδήσουν όλοι αυτές τις στροφές:
“And I know we can’t turn back all the years, time reflected in a shade of gray, but I often wonder what could have been and I still hold on to yesterday.
And I know we’re not children any more, innocence lost in a sea of gray, but I often wonder what else could be and I still dream of running away”. Τότε θα καταλάβεις πόση σημασία έχει αυτός ο δίσκος ως σύνολο, πέρα από αναφορές σε riffs, drums και άλλες σχολαστικές λεπτομέρειες.

Να αναφέρω και τη συνύπαρξη του Kevin Moore για ακόμη μια φορά; Ειλικρινά, μπορεί οι Dream Theater να έχουν μεγαλύτερη δημοτικότητα από τους Fates, αλλά η απουσία αυτού του μουσικού θα φανερώνει πάντα γιατί μετά από το “Awake” έχουν μόνο αναλαμπές και όχι ουσιαστική συνοχή όπως αυτοί εδώ. Όσο για τους επίδοξους μαθητές, κανείς δεν ακούστηκε ποτέ έτσι, οι Agnosia δε όλο και κάτι παραπάνω αποκόμισαν.

Το γκρι έγινε πιο δεκτικό. Δεν σε λυτρώνει, αλλά αν το αγκαλιάσεις, προχωράς.