All posts by Γιάννης Κ.

About Γιάννης Κ.

Έτσι που λέτε...

Οι τρεις χάριτες

cf83cf84ceb1ceb8cf8ccf80cebfcf85cebbcebfcf82-ceb3ceb5cf8ecf81ceb3ceb9cebfcf82-cebfceb9-3-cf87ceaccf81ceb9cf84ceb5cf82

Όταν ανοίγεις τους ορίζοντές σου στη μουσική, είναι φυσικό επακόλουθο να χαρίσεις στιγμές της καθημερινότητάς σου σε δίσκους που δεν έχουν καμία σχέση με τα βασικά σου ακούσματα. Αυτό, όμως, δημιουργεί μια ισορροπία στον εγκέφαλο και σου δίνει την ευκαιρία να ευχαριστηθείς περισσότερο κάτι νέο. Τρεις δίσκοι, τρεις γυναίκες, δύο one – woman projects και μία κανονική μπάντα ομορφαίνουν το σύμπαν μου ακόμα περισσότερο και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι αν πρέπει να κάνω κάποια λίστα στο τέλος του χρόνου, που δεν θα κάνω, μπορώ άνετα να βγάλω δεκάδα θηλυκής ραπτικής.

Front Cover Digital
Chelsea Wolfe – “Abyss”
Κάποιοι καλλιτέχνες αποφασίζουν να βάλουν σκοτάδια και ατμόσφαιρες μέσα στη καριέρα τους, είτε για ν’ ακολουθήσουν κάποια μόδα και να πάρουν λίγη από την δόξα των πολλών, είτε γιατί θέλουν ν’ αλλάξουν στροφή στη καριέρα τους και να γίνουν, κατά μία έννοια, underground. Για τη Chelsea αυτή η μουσική κατεύθυνση είναι η προσωπική της τέχνη. Μπορεί να πειραματιστεί, μπορεί να ακουστεί απλή μέσα από ηλεκτροακουστικές εκτελέσεις ή και να ψιθυρίσει, αλλά τίποτε δεν θα φαίνεται λίγο, ειδικά από τη στιγμή που τα πάντα κατευθύνει η φωνή της. Το σκοτάδι της σ’ αυτόν το δίσκο επιζητεί την ησυχία, ένα από τα σπουδαιότερα φώτα του κόσμου, και όταν το βράδυ πατήσω το “play”, μέχρι να τελειώσει, δεν θα έχει σταματημό. Μπορεί ένα – δύο σημεία να φαίνονται ότι δε μπορούν να κοντράρουν τραγούδια όπως τα “After the Fall” και “Simple Death”, αλλά ποιος μίλησε για ανταγωνισμό; Κάθε τι λειτουργεί συγκαταβατικά και συμπληρωματικά. Όσο προχωράει προς τη μέση ο δίσκος, είναι σαν βουτιά στο βαθύ γαλάζιο. Άβυσσος άβυσσον επικαλείται.

Cover
Lana Del Rey – “Honeymoon”
Όταν ανακοινώθηκε ο ερχομός του, το περίμενα να έρθει. Διάβαζα που ήθελε να το πάει η Lana και έμενα με την απορία. Τελικά, αποδείχθηκε ότι το πήρε όλο πάνω της, χωρίς να την ενδιαφέρει και τόσο για το τι θα πει ο κόσμος (αν και δεν πρόκειται να χάσει υποστηρικτές, πάντοτε έρχονται καινούργιοι). Ένας δίσκος κινηματογραφικός και (εν)ορχηστρικός. Σχεδόν κάθε τραγούδι του θα μπορούσε να αποτελεί το μουσικό χαλί κάποιας σκηνής σε κάποια ταινία ή και μιας ολόκληρης ταινίας. Η ψυχεδέλεια του προκατόχου εξαφανίζεται, η jazz pop λογική παραμένει και ο ρυθμός, όπως και ο τόνος της φωνής γίνεται λίγο πιο αργός. Η φωνή, όμως, συνεχίζει να είναι λαχταριστή και στα ανοίγματά της (βλ. “God Knows I Tried”) απλά κεντάει. Όπως είναι φυσικό, πλέον, δίσκος με 14 τραγούδια θα έχει και αδύναμες/αδιάφορες στιγμές, αλλά οι 2-3 που υπάρχουν, περνάνε στα σβηστά. Μα ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για το “24”, που είναι ό,τι καλύτερο έχει δημιουργήσει. Αυτή είναι η Lana που πρέπει να ακούγεται, ακόμα και αν χρησιμοποιεί τις ψευδαισθήσεις της στο πιάνο.

Keep Shelly in Athens
Κeep Shelly in Athens (ΚΨΛ) – “Now I’m Ready”
Κανονικά, θα έπρεπε να πάρω το λεξικό του Μπαμπινιώτη, να βρω όσες περισσότερες λέξεις μπορώ που να εξηγούν τη λέξη “αποθέωση” και να γεμίσω μ’ αυτές τη παράγραφο. Η υπόθεση έχει ως εξής: αυτά τα τραγούδια χρειάζονταν αυτή τη φωνή για ν’ απλωθούν και αυτή η φωνή χρειαζόταν αυτά τα τραγούδια για ν’ ακουστεί και ν’ αγκαλιαστεί από όλα τα αυτιά που θα της χάριζαν απλόχερα τον χρόνο τους. Η Myrtha έχει απίστευτα ερωτεύσιμη φωνή. Φαντάζομαι ότι είναι μια 25χρονη που δεν θα μεγαλώσει ποτέ και ότι η χροιά της δεν θα βιώσει καμία φθορά μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Δεν είναι μόνο το “Fractals” που ανοίγει το δίσκο/τις ημέρες και αποτελεί το ορόσημο απλότητας για τον indie pop ήχο, αλλά είναι και το “Hunter” που τελειώνει τα πάντα. Αισθησιακό στην αρχή και στο 4ο λεπτό κάνει ανατροπή ρυθμού (!), που δεν τραυματίζει το κομμάτι, με την Myrtha ν’ αναγκάζει κάθε τι που την πλαισιώνει, να υποκλιθεί ενώπιον της. Επιπλέον ανέβασμα για το αποτελέσμα είναι όλα τα πλήκτρα και τα synths του RΠЯ. Σε σχέση με τους δύο παραπάνω δίσκους, αυτός ακούγεται κάθε μέρα και οποιαδήποτε στιγμή. Από τα πιο ωραία ακούσματα και με ρεφρέν που κολλάει πιο γρήγορα και από μαστίχα στα μαλλιά.

Advertisements

Riverside – “Love, Fear and the Time Machine”

Riverside

“Free your mind under the peace you will find”

Όταν αποφασίσεις να μετατρέψεις την έμπνευσή σου σε ποτάμι, για ένα πράγμα θα πρέπει να είσαι σίγουρος, ότι ο έλεγχος που θα έχεις θα είναι μερικός. Θα μπορείς να ορίσεις τη κατάληξή του, αν κάπου θα ανοίξει, αν θα είναι γαλήνιο, κρύο, ζεστό και κρυστάλλινο, αλλά δεν θα μπορείς να το σταματήσεις, να το γυρίσεις πίσω. Αν το εμπιστευτείς, σημαίνει ότι πρώτα απ’ όλα είσαι σίγουρος για τον εαυτό σου, άρα και το αποτέλεσμα θα σε ανταμείψει με αυτό που περίμενες ή και με κάτι ακόμα καλύτερο. Αν εκβιάσεις την ορμή του, τότε θα καταλήξεις σε μια ανουσιότητα.

Οι Riverside επέτρεψαν στην έμπνευσή τους να ορίσει τα πάντα και δικαιώθηκαν. Ουσιαστικά, κοιτάχτηκαν, έπεσαν ανάσκελα στη λίμνη των αναστεναγμών τους, αφέθηκαν στα ρεύματά της και χαλάρωσαν. Μόνο που αυτή η χαλάρωση δεν είναι μια εικόνα αεργίας και βαρεμάρας, αλλά μια εικόνα που δείχνει τον ήχο τους γλυκανάλατο και εθιστικό υπό το πρίσμα της εργατικότητας. Με το “Love…” κατάφεραν να κάνουν κάτι νέο γι’ αυτούς και παράλληλα κάτι που δεν εξαφανίζει τον χαρακτήρα τους.

Διατηρούν το prog και το συνδυάζουν με κάτι ανανεωτικό, θαυματουργικό και δανεικό. Δηλαδή, προς έκπληξή μου, ενδύονται με τη γκαρνταρόμπα της μισής alternative σκηνής της Αγγλίας και το αποτέλεσμα μπορεί να προκαλέσει ακόμα και την αμφισβήτηση της Πολωνικής τους καταγωγής. Δεν δειλιάζουν, ούτε και διστάζουν να ενσωματώσουν μέχρι και ένα dark wave χαρακτήρα στο “Caterpillar and the Barbed Wire”, ώστε αυτό (και ειδικά το τελείωμά του) να ακούγεται πέρα για πέρα ψαρωτικό. Αν εκμεταλευτείς το γεγονός της εξαιρετικής παραγωγής με stereo ακουστικά, θα θες να μπεις μέσα τους για να δεις αυτό που ακούς.

Κάθε ακρόαση μπορεί να αναγκάσει τον εγκέφαλο να στέκεται σε συγκεκριμένα σημεία και να καταστέλλεται κάθε άλλη λειτουργία του. Δεν απευθύνεται μόνο σε progsters, αλλά σε κάθε λογής ακροατή. Τα δε μαγνητικά πεδία που απορρέουν από τραγούδια όπως τα “Saturate Me”, “Afloat” και “Time Travellers” έχουν τη δύναμη να προσελκύσουν όλες εκείνες τις κοπέλες που αφήνουν τις σκέψεις τους να ταξιδεύουν υπό τους ήχους των Anathema, Coldplay και Opeth, και να τις κάνουν να πλεύσουν προς νέα πελάγη ρομαντικής ονειροπόλησης.

Όσο για την ομοουσιότητα που υπάρχει μεταξύ της μπάντας και του Steven Wilson είναι ένα κοινό μυστικό που κρατεί εδώ και μερικά χρόνια. Αν η προοδευτικότητα για κάποιους είναι μεγάλες διάρκειες και τεχνικές επιδεξιότητες που οδηγούν σε παραζάλη, τότε οι Riverside δείχνουν ότι η απλότητα και η αμεσότητα μπορούν να είναι πιο πολύτιμες. Και μετά πως να αντισταθείς;

Grave Pleasures – “Dreamcrash”

tumblr_nu5b2ciIhA1sko5xzo1_1280

“Όταν οι ευσεβείς πόθοι παραμένουν ευσεβείς πόθοι”

Πέρσι τέτοιο καιρό όπου στεκόμουν και όπου βρισκόμουν είχα το “Climax” να με συνοδεύει. Μεγάλο κόλλημα και ακόμα και τώρα και μόνο η σκέψη του μπορεί να ξεσηκώσει τη διάθεσή μου. Δυστυχώς, όμως, δεν αναμένεται να συμβεί το ίδιο και με το “Dreamcrash”. Το ήθελα πάρα πολύ, αλλά η προσδοκία μου έχασε το δρόμο της μαζί με το όραμα των Beastmilk.

O Kvohst θέλησε να επιστρέψει στις πρώιμες ημέρες του “Use your Deluge” και εν μέρει το κατάφερε, κάνοντας το δίσκο ν’ ακούγεται πιο σκοτεινός. Ο ίδιος συνεχίζει να ερμηνεύει απίστευτα κάθε τραγούδι, αλλά παρά τη σταθερή του αξία, είναι φανέρο στα αυτιά μου ότι κάτι λείπει από το σύνολο. Δεν είναι απλά η έκπληξη του προκατόχου, αλλά εκείνη η μαγική σκόνη που έκανε κάθε τραγούδι να παίρνει φωτιά. Η απουσία του Goatspeed ως βασικού συνθέτη είναι πέρα για πέρα αισθητή και από την άλλη φαίνεται ότι τα πάρε – δώσε με τους In Solitude, κατά τη κοινή τους περιοδεία, απέδωσαν καρπούς ως προς το ύφος των συνθέσεων. Δεν ξεφεύγουν από το λεγόμενο death rock, αλλά δίνουν μια γεύση από τους Σουηδούς, στο οποίο ίσως συνδράμει και η ξανθιά με βάση το υπόβαθρό της, που προσωπικά με ενοχλεί.

Βέβαια, δε μπορώ να μείνω αδιάφορος με το “Futureshock” που σε κάνει να νιώθεις το punk n’ roll στο πετσί σου ή με τα “Girl in A Vortex” και “No Survival”, τα οποία απαιτούν ν’ ακούγονται στη διαπασών για extra απόλαυση. Είναι αυτά τα τραγούδια που ακολουθούν τη μεγάλη ιδέα της “Φιλανδικής λύτρωσης”, που θα σε ανεβάσουν και που μπορούν να προκαλέσουν τον οποιοδήποτε να τ’ ακούσει, αλλά από μόνα τους και με δυο ακόμα δεν είναι ικανά να κάνουν όλο το δίσκο να αστράφτει. Κοινώς, ένας κούκος δεν φέρνει την Άνοιξη.

Αν το “Climax” είναι μία “Αποκάλυψη”, όπως το χαρακτήριζε και η μπάντα, λόγω της φρενήρους έμπνευσης και φρεσκάδας και όχι λόγω της καινοτομίας του, διότι δεν είναι κάτι το πρωτάκουστο, τότε το “Dreamcrash” το βλέπω ως μία “θνητή” προσπάθεια που δε μπορεί να κάνει την υπέρβαση. Δεν το αντιμετωπίζω ως πλήρη απογοήτευση, αλλά σίγουρα τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα.

Όπως και να ‘χει, συμβαίνουν αυτά και το μόνο στο οποίο θα ήθελα να ελπίζω, είναι εν μια νυκτί τα φλεγόμενα άστρα να ταξινομηθούν στη κατάλληλη σειρά, ώστε οι Kvohst και Goatspeed να ξανασυνεργασθούν υπό οποιοδήποτε όνομα και να παίξουν τη μουσική τους.

Rocking my world Vol. IV

a2215944089_10

Το τι συμβαίνει στη μουσική σκηνή της Σουηδίας εδώ και χρόνια είναι γνωστό. Παραγωγικότητα σε πολύ καλά επίπεδα, μόδα στον ρετρό ήχο και άλλα ενδιαφέροντα και μη. Το θέμα δεν είναι να υπάρχει μόνο αυτή η αφθονία, αλλά πολύ περισσότερο αρκετές από τις κυκλοφορίες να είναι τόσο ορεξάτες, ώστε να παίζουν και έξι χρόνια μετά της γέννησή τους. Οι Terrible Feelings φαίνεται ότι το θέλουν αυτό και το θέλουν πολύ.

Κλασσικά για τον ήχο τους, μελωδικό punk συνδυαζόμενο με hard rock, όταν ξεκίνησαν ήταν γνωστοί μόνο στους υπόγειους κύκλους. Με τα ΕΡ και τα 7″ τους και πιο συγκεκριμένα με το “Blank Heads” άρχισαν να κάνουν ιδιαίτερα αισθητή τη παρουσία τους σ’ ένα μεγαλύτερο κύκλο (οπαδοί των Masshysteri και πλέον Hurula, ονόματα που κάνουν θραύση εκεί πάνω), αυτόν που του αρέσει η αμεσότητα στα τραγούδια και να γίνονται hits σε μία ώρα.  Έτσι, μετά το ντεμπούτο που άφησε εντυπώσεις και στα εδάφη μας, βγάζουν το δεύτερό τους και περνάμε ακόμα καλύτερα.

Ο δίσκος είναι αυτό που λέμε ευθύς. Κυλάει νεράκι, δεν καταλαβαίνει από κοιλιές και ας έχει δώδεκα τραγούδια. Να αναλογίστουμε ότι τουλάχιστον τα εννιά από αυτά μπορούμε να τα αποκαλέσουμε χιτάκια, κάτι που φαίνεται από το “Cold Eyes”. Ξέρουν να γράφουν για να σε μπάσουν μέσα στο χορό τους. Κοφτά riff-άκια, στακάτοι ρυθμοί και χορτάτα ρεφρέν για να τα λαλάς. Το αξιοσημείωτο είναι ότι έχουν μελωδίες στις κιθάρες, οι οποίες νομίζεις ότι είναι γραμμένες από τη Σουηδία για τη Σουηδία. Για να εξηγηθώ, αν βάλεις στη σειρά In Solitude, Pig Eyes, Tribulation, Terrible Feelings, Dissection και ακούσεις τις μελωδίες τους, άσχετα από το τι παίζει η κάθε μπάντα, θα δεις ότι είναι κοινές ή ότι έχουν κοινό παρανομαστή. Και το όμορφο στην υπόθεση είναι ότι αυτές σου κάνουν τη πρώτη αίσθηση στα τραγούδια. Άρα ένα θετικό στοιχείο, ώστε ο δίσκος να ανέβει ψηλά.

Επίσης, είναι ακόμα μια μπάντα με γυναικεία φωνητικά, αλλά όταν αυτά σε καλύπτουν πλήρως σε αυτό που ακούς, αδιαφορείς για τα στατιστικά δεδομένα. Δεν έχουν το νεύρο των Dead Sara, για παράδειγμα, αλλά είναι εξίσου ελκυστικοί και απολαυστικοί. Μπορεί, βέβαια, να μη κερδίσουν ποτέ τις τις ψυχές όλων εκείνων που απολαμβάνουν τραγούδια παιγμένα πίσω από μάσκες και διαφήμιση, αλλά όσο μου αρέσουν εμένα, άλλο τόσο θα βλέπω και μέλλον στους δίσκους με φρεσκάδα και ενέργεια. Σαν κάθε νέο καλοκαίρι.

1 απόχρωση σε 12 αντανακλάσεις

APSOG

Ετοιμάζεται η επανακυκλοφορία αυτού του δίσκου, οπότε και ‘γω δράττομαι της ευκαιρίας να ξεσκουριάσω τα δάκτυλά μου γι’ αυτό το δημιούργημα. Προσωπικά, θεωρώ ότι ένα δίσκο αξίζει να τον επανακυκλοφορήσεις μόνο αν έχουν τελειώσει τ’ αποθέματα της προηγούμενης έκδοσης. Οποιαδήποτε ένταξη επιπλέον υλικού μέσα, είτε πρόκειται για dvd, είτε για live cd και demo, για μένα είναι αδιάφορο, ακόμα κι αν πρόκειται για τους Fates Warning. Αλλά, ας το παρακάμψω όλο αυτό, για να στραφώ εκεί που πρέπει.

Πριν από το “APSOG” κανένας δίσκος δε μπορούσε να προϊδεάσει την έλευσή του. Η όλη του εικόνα είναι αυτό που απαιτείται από μια μπάντα και δη στο χώρο του progressive, να είναι το επόμενο βήμα. Κάτι άλλο, κάτι φρέσκο και αν δύναται να σε γονατίσει. Όλα αυτά τα πέτυχε και σκεφτείτε ότι, ενώ θεωρώ ως καλύτερο δίσκο (εντελώς υποκειμενικά) της μπάντας το “Perfect Symmetry”, αυτός εδώ ο δίσκος αν είχε στόμα, θα απαρνιόταν οποιαδήποτε σχέση με το metal ή το rock ή ακόμα ακόμα και το ίδιο το prog, διότι από το ’97 μέχρι και σήμερα βρίσκεται μέσα σε καρδιές περισσότερο από άλλους δίσκους και δίχως να επιδέχεται αναλύσεις επί αναλύσεων. Στους κύκλους των σχολαστικών, βέβαια, μετριάζεται η αξία του. Γιατί; Μάλλον επειδή δεν είναι το αυγό που το γέννησε η κότα με τα χρυσά αυγά ή επειδή δεν είναι τετραγωνικό και ορθογώνιο.

Ακολουθεί το σημάδι του “Snow Goose” των Camel. Ένα τραγούδι σε δώδεκα μέρη ή μία πράξη σε δώδεκα κινήσεις ή μία στιγμή σε δώδεκα εικόνες. Τελείως αντιεμπορικό, τελείως απαιτητικό, τελείως συναισθηματικό. Για την ακρίβεια ασφυκτικά συναισθηματικό. Ο Aresti φεύγει, αλλά ο Jim δεν πτοείται, κάθεται και δημιουργεί την αυτοανάλυση του καθημερινού ανθρώπου που βλέπει τη λήθη, αλλά δεν την αποφεύγει. Και από την άλλη, ο Ray αφήνει πίσω του τη χαρωπότητα και τη μεταλλικότητα των προηγούμενων δίσκων. Δεν μετουσιώνεται στον αξέχαστο τραγουδιστή της δεκαετίας, αλλά γίνεται πιο βαθύς και πιο ειλικρινής. Κανείς δε νοιάστηκε για το ότι δεν κατάφερε το πρώτο και αυτοί που έπρεπε τρίβουμε τα χέρια μας για το δεύτερο.

Όταν ξεκινάει, εκεί που καταπιάνεσαι με τη 2η πράξη, ξεφνικά πιάνεις τον εαυτό σου να συγκεντρώνεται στην 5η και 6η πράξη και να μη θέλει να φύγει από ‘κει. Όταν φτάσεις στη 12η, θα νιώθεις ο πιο παράλυτος άνθρωπος, μέχρι να χτυπήσει το ξυπνητήρι στο τέλος και να σηκωθείς. Δεν σε νοιάζει το πως ακούγονται τα όργανα, δεν σε νοιάζει αν λείπει κάτι ή όχι. Σε αρπάζει το σύνολο και οι στίχοι, είπαμε δεν παρέχεται περαιτέρω ανάλυση, βγαίνεις εκτός.

Αν πάλι δεν το έχεις ακούσει ποτέ και θελήσεις, όμως, να πας να τους δεις live, να θυμάσαι τη στιγμή που θα επισκιαστεί η φωνή του Ray για να τραγουδήσουν όλοι αυτές τις στροφές:
“And I know we can’t turn back all the years, time reflected in a shade of gray, but I often wonder what could have been and I still hold on to yesterday.
And I know we’re not children any more, innocence lost in a sea of gray, but I often wonder what else could be and I still dream of running away”. Τότε θα καταλάβεις πόση σημασία έχει αυτός ο δίσκος ως σύνολο, πέρα από αναφορές σε riffs, drums και άλλες σχολαστικές λεπτομέρειες.

Να αναφέρω και τη συνύπαρξη του Kevin Moore για ακόμη μια φορά; Ειλικρινά, μπορεί οι Dream Theater να έχουν μεγαλύτερη δημοτικότητα από τους Fates, αλλά η απουσία αυτού του μουσικού θα φανερώνει πάντα γιατί μετά από το “Awake” έχουν μόνο αναλαμπές και όχι ουσιαστική συνοχή όπως αυτοί εδώ. Όσο για τους επίδοξους μαθητές, κανείς δεν ακούστηκε ποτέ έτσι, οι Agnosia δε όλο και κάτι παραπάνω αποκόμισαν.

Το γκρι έγινε πιο δεκτικό. Δεν σε λυτρώνει, αλλά αν το αγκαλιάσεις, προχωράς.

Rocking my world Vol. III

B1P4o040MeS._SL1500_

Είναι καλοκαίρι και όσο και αν λιώνω το DHG, θεωρώντας το τον καλύτερο δίσκο της χρονιάς (επιφυλάσσομαι για το “δίσκος της δεκαετίας”), η διάθεσή μου ζητάει κάτι άλλο. Είναι καλοκαίρι και όσο κι αν οι Judas Priest των ’70s μπορούν να ισοπεδώσουν τα πάντα, πάλι δε καλύπτομαι, πάλι θέλω κάτι άλλο. Και εδώ μπαίνουν οι Dead Sara, οι οποίοι υπάρχουν στην άκρη του υποσυνειδήτου και γι’ αυτό φταίει εκείνος που τους έχει κορώνα στο κεφάλι του. Κείμενο για το ντεμπούτο, κείμενο για το πόσο τους αγαπάει, κείμενο για το πόσο περίμενε το “Pleasure to Meet You” και κείμενο πάνω στο δίσκο. “Πρήξιμο” κανονικά, αλλά επειδή τον εμπιστεύομαι, όλο αυτό λειτουργεί, σχεδόν πάντα, θετικά.

Έτσι, ενώ δεν έχω καμία απολύτως σχέση με τη συγκεκριμένη μπάντα, ο νέος τους δίσκος ήρθε και έκατσε στα ακουστικά μου. Δε μπορώ να πω απόλυτα ότι είναι αυτό ακριβώς που θέλω αυτή τη στιγμή, αλλά για κάποιο λόγο ο δίσκος με νιώθει. Για κάποιο λόγο μ’ αρέσουν πολύ αυτά τα κοφτά riff που οδηγούν στην εικόνα ενός ελεύθερου rock, χωρίς να πρέπει να απαρυθμίσεις ταμπέλες (όχι ότι κάνουν κακό, αλλά…). Κάπου κάπου μπορεί να σου έρθουν στο μυαλό ψήγματα από The White Stripes ή Nirvana, αλλά δε θα σταθείς εκεί, είναι πολύ δικό τους αυτό που παίζουν για να δώσεις εύκολα credits σε κάποιον γνωστό μουσικό.

Κάποια από τα τραγούδια μπορεί να λειτουργήσουν και ως hits της ημέρας, ενώ δύο μου μένουν κάπως αδιάφορα, αλλά ίσως με το καιρό τα νιώσω. Το πολύ ωραίο είναι τα σημεία που θα σε αιφνιδιάσουν, όπως στα “L.A. City Slam” και “Mr. Mr”. Εκεί που έχουν ένα στακάτο ρυθμό, λίγο πριν το τέλος θα τοποθετήσουν εκρηκτικά, για να σε κάνουν να τα σπάσεις τόσο με τις κιθάρες, όσο και με τα hardcore τελειώματα της Emily. Τώρα μπορώ να πω ότι με κάνουν να νιώσω αυτό που θέλω να νιώσω. Ελπίζω να με νιώθεις.

Σ’ αυτή τη παράγραφο, όμως, θα τολμήσω να πω ότι μπορώ να ξεγράψω όλα τα τραγούδια του δίσκου για χάρη του “For You I Am”. Πρώτον, μέσα από τη πολύ καλή παραγωγή αναδεικνύεται η καλύτερη μπασογραμμή, η οποία είναι μια μουσική από μόνη της. Δεύτερον, είναι το καλύτερο τραγούδι που θα μπορούσε να κλείσει το δίσκο και μαζί με το “One Day” των Royal Thunder έχουν τις καλύτερες και πιο συναισθηματικές ερμηνείες από κοπέλες. Τρίτον και τελευταίον, αυτό το τραγούδι πρέπει να γίνει το soundtrack κάποιας ταινίας είτε που είναι στα σκαριά, είτε που δεν έχει γεννηθεί ακόμη. Πρέπει. Όπως και να ‘χει. Όπως και δήποτε.

Είμαι σίγουρος ότι μέχρι να λήξει το καλοκαίρι, θα τη βγάλω παρέα μ’ αυτό το δίσκο και ίσως κάποια μέρα πάρω δύναμη από την εισαγωγή του “Radio One Two”, μετρήσω τις ανάσες μου, τρέξω με πάθος από το κέντρο του γηπέδου και καταφέρω να καρφώσω στο στεφάνι. Μέχρι, όμως, να γίνει αυτό, είναι πιο εύκολο να τραγουδάω “We’re suicidal ooouuuh, come on raise your bible, oooouuuh”.

Η μουσική τους, η απόλαυσή μας

stire-21-martie-muzica-1024x768

Ο λόγος που γράφω αυτό το κείμενο είναι επειδή έχει ξεσπάσει ένα μικρός ντόρος με αφορμή το νέο ΕΡ των Spectral Lore. Η συγκεκριμένη κυκλοφορία, όπως λέει και ο δημιουργός της Άυλος, είναι ένα tribute στον ατμοσφαιρικό/electro ήχο και όπως πιθανόν να καταλαβαίνετε, δεν υπάρχει καθόλου black metal μέσα, ούτε για δείγμα. Σας συνιστώ ανεπιφύλακτα να το ακούσετε, είναι κάτι αρκετά όμορφο και ιδανικό για το βράδυ πριν κοιμηθείτε. Και λάβετε υπόψην ότι δεν έχει σημασία αν έχετε ξανακούσει κάτι από τη συγκεκριμένη μπάντα ή όχι.

Το ακόλουθο, λοιπόν, αυτής της κυκλοφορίας ήταν το παράπονο ότι αυτό το ΕΡ θα έπρεπε να κυκλοφορήσει με διαφορετικό όνομα και όχι με αυτό των Spectral Lore. Θίχτηκαν, δηλαδή, μερικοί blacksters επειδή δεν άκουσαν τη μουσική τους. Πρώτον, αυτοί που θίχτηκαν ή δε γνωρίζουν τι ακούνε ή ακούνε μονάχα ό,τι απομονώνουν μέσα στο μυαλό τους από το σύνολο της μουσικής. Το 65 – 70% του ήχου όλων των κυκλοφοριών της συγκεκριμένης μπάντας είναι το ατμοσφαιρικό/ambient και κάπου κάπου electro στοιχείο. Ακόμα και αρκετές κιθαριστικές αρμονίες είναι περισσότερο βασισμένες στην ιδεολογία της ατμόσφαιρας, παρά στο black. Δεύτερον και βασικότερο, γιατί να ζητάς, εσύ ένας υποστηρικτής, από το δημιουργό να άλλαζε το όνομα ή να έκανε ένα νέο project για να κυκλοφορήσει αυτό το δίσκο;

Νομίζω ότι θα πρέπει να αλλάξουμε λίγο τη σκέψη μας σε αυτό το θέμα. Δεν είναι μόνο οι Spectral Lore. Είναι και οι Opeth που κάποιοι άρχισαν τη γκρίνια επειδή άφησαν το death metal. Η συγκεκριμένη μπάντα, όμως, δεν ήταν κάποτε μόνο death metal, είχε και έχει μέσα της και το progressive, άρα η μουσική της μπορεί να εξελιχθεί όπως θέλει ο δημιουργός. Δεν έχει όρια, ούτε και δεδομένα. Είναι και οι Anathema, είναι οι In Flames ή ακόμη και οι Zemial. Οι Άγγλοι παράτησαν το death/doom και “έφυγαν για άλλες πολιτείες, πιο ταξιδιάρικες και συναισθηματικές”. Οι Σουηδοί αφαίρεσαν το φάντασμα του Jesper και “αμερικανοποιήθηκαν” και οι δικοί μας απλά πρόσθεσαν μέσα τους τα στοιχεία του prog rock και της ατμόσφαιρας. Και σ’ αυτές τις κινήσεις δεν υπάρχει απλά μια απόσταση, αλλά μια απαίτηση να αλλάξουν όλα προς το συμφέρον του ακροατή. (Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, όπως οι Queensryche, οι οποίοι μόνοι τους έβγαλαν τα μάτια τους, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία).

Το θέμα είναι ότι αυτή η μουσική δεν ανήκει σ’ εμάς, τους οπαδούς. Η μουσική ανήκει στους δημιουργούς της. Αν εκείνοι θέλουν να δοκιμάζουν πράγματα, επειδή αυτά εκπροσωπούν τον εσωτερικό τους κόσμο, τότε έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν. Είναι η αλήθεια που μετράει και που πονάει, γιατί, ναι, κι εγώ στο παρελθόν έχω εκφράσει παράπονα και θέλησα να μην αλλάξει κάτι, αλλά όταν ο άλλος είναι ο μουσικός και ‘γω απλά εκείνος που θα ακούσει, πως είναι δυνατόν να έχω την απαίτηση να μη κάνει αυτό το βήμα;

Βέβαια, αυτό είναι κάτι που ισχύει κυρίως για μπάντες που έχουν μέσα τους το στοιχείο της εξέλιξης και προόδου ανά δίσκο και όχι αποκλειστικά το στοιχείο του progressive. Επίσης, αν κάποιος ισχυριστεί ότι εφόσον ο πρώην αγαπημένος του μουσικός προχωράει τη μουσική του και εκείνος σταματήσει να την αγοράζει, αυτό δε νομίζω ότι θα συγκινήσει και ιδιαίτερα τον δημιουργό. Κάποιοι παλιοί φεύγουν και κάποιοι νέοι έρχονται, αλλά αυτό που πραγματικά μένει και πρέπει να μένει, είναι η τάση του μουσικού να εκφράζεται κάθε φορά όπως εκείνος νιώθει. Εσύ κι εγώ μπορούμε να συζητήσουμε και απλά να καταλήξουμε ότι δε μας συγκινεί πλέον η νέα κατεύθυνση της εκάστοτε μπάντας και άρα κρατάμε την απόστασή μας, αλλά δε μας κάνει έξυπνους, ούτε και εξαίρετους ακροατές να έχουμε απαίτηση να γίνουν τα πράγματα όπως θέλουμε εμείς.

Αυτό που συμβαίνει ίσως είναι και ένα αποτέλεσμα του ότι μουσικολογούμε αντί να ακούμε πραγματικά μουσική. Και όταν λέμε ότι οι Spectral Lore με το νέο τους ΕΡ θα έπρεπε να το κυκλφορήσουν με διαφορετικό όνομα, αυτό συμβαίνει επειδή φοβόμαστε μην αλλοιωθεί το όνομα της μπάντας ή το όνομα του Εγώ μας; Αν κοιτάξεις και κοιτάξω καθάρα, ίσως δούμε ότι ο εγωισμός δεν αφήνει να δεχτούμε την εξέλιξη του άλλου. Άρα, χάνουμε και την ουσία της μουσικής. Ένα απλό “δε μ’ αρέσει” είναι αρκετό και ειλικρινές απ’ όλα τα παραπάνω.

Dead power – Fading glory

Helloween - My God-Given Right (2015)

Βγήκε καινούργιο Helloween και δεν υπήρχε περίπτωση να μη το ακούσω. Όχι επειδή περίμενα κάτι σπουδαίο, αλλά επειδή έχω και ένα παρελθόν με τη συγκεκριμένη μπάντα, αλλά και το ιδίωμα. Είναι μία αδυναμία μου και χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη αντί της αγάπης, διότι η δεύτερη είναι περισσότερο μία πλασματική κατάσταση στη σχέση μου με τη μουσική. Μετά τη πρώτη ακρόαση, καθότι με κάποιες μπάντες και δίσκους δε χρειάζονται και πολλές ακροάσεις για να αποφασίσεις (το παρελθόν είναι δείκτης), απλά επιβεβαίωσα αυτό που αντιλήφθηκα από το προηγούμενο δίσκο τους “Straight out of Hell”, μηδέν εις το πηλίκον. Τραγούδια χωρίς ουσία, χωρίς τσαγανό και ένα – δύο αδυνατούν να σώσουν τη κατάσταση. Τζούφιο power metal.

Και εδώ προσθέτω στη παρέα μας άλλες τρεις μπάντες, τους Hammerfall, τους Gamma Ray και τους Stratovarius, με βάση τα τελευταία τους επιτεύγματα. Οι τελευταίοι δίσκοι αυτών των συγκροτημάτων και παλαιών αδυναμιών για μένα έχουν μονάχα οικονομικό κίνητρο, διότι από μουσικής πλευράς τό μοναδικό όριο που μπορούν να αγγίξουν είναι αυτό του καλού έως και μετρίου. Άρα και μετά από 2-3 ακροάσεις ο δίσκος δεν αγγίζεται ούτε για μεθύσι. Η έμπνευσή τους είναι αργή, κουρασμένη και “χοντρή”. Κάπου αντιγράφει το παρελθόν με απογοητευτικά αποτελέσματα προς το συναίσθημα και κάπου προσπαθεί να αγγίξει κάτι άλλο, που αν και από το Τύπο πιθανόν να χαρακτηριστεί ως καινοτομία στον ήχο, θα γίνει τελικά σαφές ότι μία τέτοια κίνηση δε τους ταιριάζει. Τίποτα δεν κάνει έκρηξη.

Βέβαια, αυτή είναι κατά κύριο λόγο η δουλειά τους. Ανά δυο χρόνια περίπου θα βγάζουν νέο δίσκο αφού έχουν κάνει μία εκτεταμένη περιοδεία παντού και έτσι θα βγάζουν τα λεφτά τους. Γι’ αυτό δε τους κατηγορώ, όχι ό,τι θα τους κατηγορήσω για αυτά που κυκλοφορούν πλέον, διότι προσωπικά ξέρω από ποιες μπάντες και μουσικούς μπορώ να περιμένω κάτι ωραίο.

Οι Helloween, λοιπόν, μετά το ’07, όπου και έβγαλαν ένα πολύ ωραίο και δυνατό δίσκο, επιστρέφουν το ’10 με ένα εξίσου ωραίο δίσκο (με θέματα στη παραγωγή), ο οποίος είναι περισσότερο μια ματιά στο πολύ πίσω παρελθόν, αλλά δε χάλασε κανένα. Μετά όμως; Μετά κάτι ξαναχάθηκε όπως είχε γίνει και με το “Legacy” και τα έσπασαν και με τις ωραίες παραγωγές του παρελθόντος. Που είναι ο ήχος ή ακόμα και το υλικό του “Better than Raw”; Οι Hammerfall έχω την εντύπωση ότι δε ξέρουν τι τους γίνεται, τι θέλουν να κάνουν. Το έχουν χάσει εδώ και χρόνια το άθλημα με μοναδική εξαίρεση το “No Sacrifice, No Victory”, στο οποίο έδειξαν σημάδια ανάκαμψης, για λίγο όμως. Μετά και αυτοί στο κουβά. Οι Stratovarius ήταν ένα τεράστιο ερωτηματικό μετά τη φυγή του Tolki. Παρόλα αυτά, όμως, μας χαστούκισαν με το “Polaris” και μετά μπερδεύτηκαν και αυτοί. Και τέλος οι Gamma Ray. O Kai Hansen θα είναι πάντα το είδωλο του power ακόμα και αν γράψει country μουσική, αλλά οι τελευταίοι τους δίσκοι είναι στα ίδια, λίγο Priest και λίγο παρελθόν από τα ’90s σε αργή κίνηση και με μέτρια παραγωγή. Οι ακτίνες έχουν χάσει το χρώμα τους και αυτοί δε το ξέρουν.

Δε ζητάω να βγάλουν ένα τέλειο δίσκο, πλέον δε με ενδιαφέρει να ακούσω κάτι καινούργιο από αυτούς (αλλά ό,τι βγει θα το ακούσω). Πάει, έφυγε το τραίνο και άφησε πίσω του μια μεγάλη παρακαταθήκη. Η μισή είναι διαμάντια και η άλλη μισή μοιράζεται σε γλυκά και σε πατάτες. Μπορούν απλά να συνεχίσουν να κάνουν ζωντανές εμφανίσεις χωρίς επιπλέον δίσκους, ας κάνουν και μερικά reunions με παλιούς που κάποιοι τόσο πολύ ποθούν να δουν και ας βγάλουν έτσι τα χρήματά τους. Και αυτό το σκέφτομαι, όχι επειδή με τους τελευταίους τους δίσκους κακοποιούν το όνομά τους ή το ιδίωμα, αλλά επειδή δε θέλω να τα δω να κακοποιούνται.

Μπορεί οι Blind Guardian ή κάποιοι δίσκοι εκλάμψεις των Edguy ή άλλες (και λίγες) μπάντες να με ζεσταίνουν, αλλά θεωρώ ότι το power metal γενικά έχει πεθάνει. Μπορεί κάποιος να βγει και να με πει ότι υπάρχουν πολλές άξιες μπάντες εκεί έξω, αλλά όσο αυτές μιμούνται με τέλειο τρόπο κάποιον από τους “συνταξιοδοτημένους” προαναφερθέντες, θα κλείνω τα αυτιά μου. Τελικά, οι Heaven’s Gate πρέπει να είναι οι μεγαλύτεροι μάγκες στην ιστορία του ιδιώματος. Ήρθαν, είδαν, κατέκτησαν και έφυγαν ως κύριοι.

Δε πειράζει, όμως. Οι αδυναμίες είναι αδυναμίες και κάπου λογικό είναι να δείξουν και ένα πρόσωπο ανέκφραστο. Ας είναι. Μπορώ να συνεχίσω τη ζωή μου και χωρίς να βασίζομαι σ’ αυτές.

Leprous – “The Congregation”

cover

“A pleasant shade of gray II”

Τελικά τι μπορούμε να ορίσουμε ως progressive; Μία μπάντα που παίζει τεχνικά και ο μετρονόμος ζαλίζεται από τις αλλαγές; Μία μπάντα που φαίνεται διαφορετική από δίσκο σε δίσκο ή μία μπάντα που απλά βάζει συνεχή και πολλαπλά κοφτά σημεία στις κιθάρες της; Progressive είσαι, μάλλον, περισότερο στη σκέψη. Οι Fates Warning είναι, επειδή κυκλοφόρησαν κάποτε το “Awaken the Guardian”, μετά το απλό “Inside Out” και μετά το δύσκολο “Disconnected”. Παρόμοια, όμως, είναι και οι Mastodon, τους οποίους μπορεί να τους αποκαλούν hipster-άδες λόγω look, αλλά οι remission-άδες τους πάντα θα βάζουν το “Leviathan” στις prog λίστες με τα καλύτερα, κοντράροντας μ’ αυτόν το τρόπο τους nerds. Στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή έρχονται έντονα και οι Meshuggah, για τους οποίους έχουν πει ότι είναι μία σύγχρονη προσέγγιση των King crimson στον ακραίο ήχο. Ίσως ο G.R.A.F.I.A.S. να μπορεί να διευκρινήσει τα πράγματα. Και οι Leprous;

Οι Νορβηγοί έχουν μπει για τα καλά μέσα στα νερά του progressive, αλλά δε με ενδιαφέρει να τους κρεμάσω κάποια ταμπέλα, επειδή είναι ξεχωριστοί για να τους κατονομάσω έτσι. Είναι ωραίοι, είναι μοντέρνοι και αδιαφορούν για κάποια σημεία του μοντερνισμού. Δεν κινούνται μέσα σε κλασσικά χωράφια, δεν ακούγονται σαν κάποιον άλλον, έχουν το δικό τους κώδικα έκφρασης μέσα από τον ήχο τους, αλλά και τη παραγωγή αυτού. Δεν μπορείς να αναφέρεις τη λέξη riff μέσα στα τραγούδια τους, διότι οι κιθάρες τους έχουν νευρικούς συνδέσμους με τα υπόλοιπα όργανα. Είναι μια τέλεια συμμετρία το παίξιμό τους και μέσα απ’ αυτήν παρέχεται μία απλότητα.

Δεν κυκλοφορούν το δίσκο χρονιάς, δεν υπάρχει αυτός ο δίσκος, όχι πια (το έχω αποδεχτεί και ‘γω). Το “Coal” ήταν ένα μπαμ, ένα τεράστιο κόλλημα, μία ένεση εθισμού η βελόνα της οποίας ακόμη είναι καρφωμένη στη φλέβα. Γι’ αυτό το λόγο, το “The Congregation” δεν είναι καλύτερό του, δε μπορεί να το ξεπεράσει, όχι για μένα και όχι αυτή τη χρονική στιγμή. Δεν είναι, όμως, και κατώτερο, απλά είναι και αυτό συναισθηματικό και γοητευτικό με ένα βαθμό δυσκολίας. Είναι όλες οι συναισθηματικές ερμηνείες του Solberg, είναι οι συναισθηματικές μελωδίες, είναι το συναισθηματικό “The Flood”, είναι δυο – τρεις εισαγωγές με τα πλήκτρα που σε αρπάζουν. Πολύ συναίσθημα.

Είναι, όμως, και οι στίχοι. Μα τη συγχυσμένη μου καρδιά και τη πίστη μου όταν μπαίνει ο στίχος “Lower, further, I still believe in sunrise”, χαίρομαι να αισθάνομαι ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που όσες φορές και να πέσουν πολύ κάτω, θα σηκωθούν ξανά και ξανά, δίχως απελπισία. Αυτή είναι η ομορφιά αυτού του θαύματος μέσα στο θαύμα της ζωής και ο δίσκος στο λέει μέσα από μια γκρι ή σκοτεινή κατάσταση. Τρία – τέσσερα τραγούδια έχουν γίνει η απόλυτη συντροφιά.

Φαίνεται εν τέλει ότι οι Leprous θα είναι, πλέον, από εκείνες τις μπάντες που θα αγκαλιαστούν για τη συνολική εικόνα των τραγουδιών τους και δεν θα νοιάζει κανέναν αν έχουν solo, αν τα τύμπανά τους έχουν ανάποδες αλλαγές ή αν θα έρθει η μέρα που βγάλουν και ένα rock n’ toll attitude με χρωματιστά παπιγιόν αντί για γραβάτες. Μόνο γλυκιά και σκοτεινή μελαγχολία και η προοδευτικότητα στα βήματά τους. Αν το νιώθεις, δε θες τίποτ’ άλλο.

Rocking my world Vol. II

11009970_821670021221978_3518002868977683186_n

Το παρόν κείμενο γράφεται με ιδιαίτερη συγκίνηση, αφού, κατά πρώτον η συγκεκριμένη μπάντα αποτελεί μία ξεχωριστή αδυναμία για μένα και κατά δεύτερον αυτός ο νέος δίσκος μετά από δύο ολόκληρα χρόνια βλέπει το φως της δημοσιότητας. Δεν χτιζόταν, ούτε και μπορώ να πω μετά βεβαιότητος ότι πέρασε από σαράντα κύμματα, απλά έκανε υπομονή μέχρι τη κατάλληλη στιγμή και ως είθισται κάθε πράγμα στο καιρό του και τον Αύγουστο ο κολιός.

Για να βάλω τώρα τα πράγματα στη σειρά, θα ξεκινήσω λέγοντας, ότι χαίρομαι που το power metal έχει πεθάνει ή για την ακρίβεια, που το έχω σκοτώσει και ‘γω ο ίδιος ως no.1 επιλογή. Χαίρομαι που η περίοδος ’08 – ’10 υπήρξε ένα αληθινό όνειρο καλοκαιρινής νυκτός και που τόσο οι μεγάλοι, όσο και οι λεγόμενοι άξιοι μαθητές τους αδυνατούν πλέον να ξεφύγουν από το λήθαργο μιας ψυχαναγκαστικής και ασφαλούς κατεύθυνσης. Και γιατί χαίρομαι; Διότι, μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως οι Emerald Sun, έρχονται να επαναπροσδιορίσουν και όχι να επαναφεύρουν τον ήχο και την όρεξή μου γι’ αυτόν.

Λένε ότι ο τρίτος δίσκος μιας μπάντας είναι αυτός που καθορίζει την αυθεντικότητά της και τη σιγουριά ότι έχει βρει τα πατήματά της. Δε πρόκειται να διαφωνήσω μ’ αυτό και στη περίπτωση των Emerald Sun ο δίσκος τους ηχεί πιο σίγουρος από ποτέ. Αν στους δύο προηγούμενους ήταν φανερή η τέρμα power metal διάθεσή τους, ειδικά στο ντεμπούτο, επιτρέποντας στο νου να φέρνει τη γερμανική σχολή κατά μέρος, τότε εδώ γίνεται σαφές ότι μπήκαν στο στούντιο και είπαν “Οκ, αυτή τη φορά θα το κάνουμε με το δικό μας τρόπο”. Όχι ότι τα προηγούμενα δύο υστερούσαν κάπως, τουναντίον. Απλά, εδώ συνδυάζεται η δύναμη, η μελωδία και η rock ευθυμία.

Ακούγοντας το δίσκο ξανά και ξανά παρασέρνομαι από τα πάντα, δίκασες/ρεφρέν/riffs και δοξολογώ που δε μπορώ να βρω κάπου Helloween ή Edguy (είπαμε, πάνε αυτοί, “πέθαναν”). Από την άλλη, δεν εμποδίζει τίποτα αυτούς τους μουσικούς να βάλουν ένα εθιστικό Savatage rhythm section στο ομότιτλο ή να ζώσουν τις κόκκινες κιθάρες τους με λευκή ταινία για να παίξουν το riff του “Freedom Call”. Ain’t talkin’ about power λέμε. Γράφουν συν τοις άλλοις μία από τις καλύτερες μπαλάντες στο πρόσωπο του “Mere Reflection” και έτσι πορεύονται νικηφόρα.

Αν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να επισημάνω πιο πολύ απ’ όλα για αυτόν το δίσκο, είναι τρία πράγματα. Πρώτον, τα πλήκτρα, τα οποία έχουν ένα πρωταγωνιστικό ρόλο, φέρνοντας ένα τελείως ελληνικό άρωμα από τα ’90s, αποποιούμενα οποιαδήποτε σχέση με το metal στερέωμα. Δεύτερον, τα φωνητικά του Στέλιου που δείχνουν και βγάζουν αυτό που ανέφερα παραπάνω, τη rock ευθυμία. Αν γουστάρεις κατά βάθος τους Heavens Gate περισσότερο από κάποιον άλλον, τότε θα κατλάβεις γιατί δε κάνει μόνο ο υψίφωνος τη διαφορά. Τέλος, είναι οι μελωδίες, όπως αυτή του “Racing with Destiny”. Άκρως κολλητική και βγαλμένη από μουσική που δεν έχει καμία επαφή με το metal, το rock και ότι άλλο γνωστό είδος μπορείς να φανταστείς. ‘Εχεις ακούσει ινδιάνους να παίζουν μουσική;

Μπορεί πλέον το power metal να σερβίρεται έτσι; Και με αυτήν τη παραγωγή; (Βαγγέλη βάλε τάπα στους μοντερνισμούς). Δεν έχουμε να κάνουμε με μία τίμια προσπάθεια, αλλά με κάτι που μόνο αν σε συγκινεί, θα καταλάβεις και θα ορέγεσαι την αξία του. Τελικά, αυτό το στουντιάκι με την αφίσα της Cindy Crawford πρέπει να παρέχει μία ιδιαίτερη μαγεία και δύναμη.