All posts by Γιάννης Κ.

About Γιάννης Κ.

Έτσι που λέτε...

Οι τρεις χάριτες

cf83cf84ceb1ceb8cf8ccf80cebfcf85cebbcebfcf82-ceb3ceb5cf8ecf81ceb3ceb9cebfcf82-cebfceb9-3-cf87ceaccf81ceb9cf84ceb5cf82

Όταν ανοίγεις τους ορίζοντές σου στη μουσική, είναι φυσικό επακόλουθο να χαρίσεις στιγμές της καθημερινότητάς σου σε δίσκους που δεν έχουν καμία σχέση με τα βασικά σου ακούσματα. Αυτό, όμως, δημιουργεί μια ισορροπία στον εγκέφαλο και σου δίνει την ευκαιρία να ευχαριστηθείς περισσότερο κάτι νέο. Τρεις δίσκοι, τρεις γυναίκες, δύο one – woman projects και μία κανονική μπάντα ομορφαίνουν το σύμπαν μου ακόμα περισσότερο και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι αν πρέπει να κάνω κάποια λίστα στο τέλος του χρόνου, που δεν θα κάνω, μπορώ άνετα να βγάλω δεκάδα θηλυκής ραπτικής.

Front Cover Digital
Chelsea Wolfe – “Abyss”
Κάποιοι καλλιτέχνες αποφασίζουν να βάλουν σκοτάδια και ατμόσφαιρες μέσα στη καριέρα τους, είτε για ν’ ακολουθήσουν κάποια μόδα και να πάρουν λίγη από την δόξα των πολλών, είτε γιατί θέλουν ν’ αλλάξουν στροφή στη καριέρα τους και να γίνουν, κατά μία έννοια, underground. Για τη Chelsea αυτή η μουσική κατεύθυνση είναι η προσωπική της τέχνη. Μπορεί να πειραματιστεί, μπορεί να ακουστεί απλή μέσα από ηλεκτροακουστικές εκτελέσεις ή και να ψιθυρίσει, αλλά τίποτε δεν θα φαίνεται λίγο, ειδικά από τη στιγμή που τα πάντα κατευθύνει η φωνή της. Το σκοτάδι της σ’ αυτόν το δίσκο επιζητεί την ησυχία, ένα από τα σπουδαιότερα φώτα του κόσμου, και όταν το βράδυ πατήσω το “play”, μέχρι να τελειώσει, δεν θα έχει σταματημό. Μπορεί ένα – δύο σημεία να φαίνονται ότι δε μπορούν να κοντράρουν τραγούδια όπως τα “After the Fall” και “Simple Death”, αλλά ποιος μίλησε για ανταγωνισμό; Κάθε τι λειτουργεί συγκαταβατικά και συμπληρωματικά. Όσο προχωράει προς τη μέση ο δίσκος, είναι σαν βουτιά στο βαθύ γαλάζιο. Άβυσσος άβυσσον επικαλείται.

Cover
Lana Del Rey – “Honeymoon”
Όταν ανακοινώθηκε ο ερχομός του, το περίμενα να έρθει. Διάβαζα που ήθελε να το πάει η Lana και έμενα με την απορία. Τελικά, αποδείχθηκε ότι το πήρε όλο πάνω της, χωρίς να την ενδιαφέρει και τόσο για το τι θα πει ο κόσμος (αν και δεν πρόκειται να χάσει υποστηρικτές, πάντοτε έρχονται καινούργιοι). Ένας δίσκος κινηματογραφικός και (εν)ορχηστρικός. Σχεδόν κάθε τραγούδι του θα μπορούσε να αποτελεί το μουσικό χαλί κάποιας σκηνής σε κάποια ταινία ή και μιας ολόκληρης ταινίας. Η ψυχεδέλεια του προκατόχου εξαφανίζεται, η jazz pop λογική παραμένει και ο ρυθμός, όπως και ο τόνος της φωνής γίνεται λίγο πιο αργός. Η φωνή, όμως, συνεχίζει να είναι λαχταριστή και στα ανοίγματά της (βλ. “God Knows I Tried”) απλά κεντάει. Όπως είναι φυσικό, πλέον, δίσκος με 14 τραγούδια θα έχει και αδύναμες/αδιάφορες στιγμές, αλλά οι 2-3 που υπάρχουν, περνάνε στα σβηστά. Μα ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για το “24”, που είναι ό,τι καλύτερο έχει δημιουργήσει. Αυτή είναι η Lana που πρέπει να ακούγεται, ακόμα και αν χρησιμοποιεί τις ψευδαισθήσεις της στο πιάνο.

Keep Shelly in Athens
Κeep Shelly in Athens (ΚΨΛ) – “Now I’m Ready”
Κανονικά, θα έπρεπε να πάρω το λεξικό του Μπαμπινιώτη, να βρω όσες περισσότερες λέξεις μπορώ που να εξηγούν τη λέξη “αποθέωση” και να γεμίσω μ’ αυτές τη παράγραφο. Η υπόθεση έχει ως εξής: αυτά τα τραγούδια χρειάζονταν αυτή τη φωνή για ν’ απλωθούν και αυτή η φωνή χρειαζόταν αυτά τα τραγούδια για ν’ ακουστεί και ν’ αγκαλιαστεί από όλα τα αυτιά που θα της χάριζαν απλόχερα τον χρόνο τους. Η Myrtha έχει απίστευτα ερωτεύσιμη φωνή. Φαντάζομαι ότι είναι μια 25χρονη που δεν θα μεγαλώσει ποτέ και ότι η χροιά της δεν θα βιώσει καμία φθορά μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Δεν είναι μόνο το “Fractals” που ανοίγει το δίσκο/τις ημέρες και αποτελεί το ορόσημο απλότητας για τον indie pop ήχο, αλλά είναι και το “Hunter” που τελειώνει τα πάντα. Αισθησιακό στην αρχή και στο 4ο λεπτό κάνει ανατροπή ρυθμού (!), που δεν τραυματίζει το κομμάτι, με την Myrtha ν’ αναγκάζει κάθε τι που την πλαισιώνει, να υποκλιθεί ενώπιον της. Επιπλέον ανέβασμα για το αποτελέσμα είναι όλα τα πλήκτρα και τα synths του RΠЯ. Σε σχέση με τους δύο παραπάνω δίσκους, αυτός ακούγεται κάθε μέρα και οποιαδήποτε στιγμή. Από τα πιο ωραία ακούσματα και με ρεφρέν που κολλάει πιο γρήγορα και από μαστίχα στα μαλλιά.

Advertisements

Riverside – “Love, Fear and the Time Machine”

Riverside

“Free your mind under the peace you will find”

Όταν αποφασίσεις να μετατρέψεις την έμπνευσή σου σε ποτάμι, για ένα πράγμα θα πρέπει να είσαι σίγουρος, ότι ο έλεγχος που θα έχεις θα είναι μερικός. Θα μπορείς να ορίσεις τη κατάληξή του, αν κάπου θα ανοίξει, αν θα είναι γαλήνιο, κρύο, ζεστό και κρυστάλλινο, αλλά δεν θα μπορείς να το σταματήσεις, να το γυρίσεις πίσω. Αν το εμπιστευτείς, σημαίνει ότι πρώτα απ’ όλα είσαι σίγουρος για τον εαυτό σου, άρα και το αποτέλεσμα θα σε ανταμείψει με αυτό που περίμενες ή και με κάτι ακόμα καλύτερο. Αν εκβιάσεις την ορμή του, τότε θα καταλήξεις σε μια ανουσιότητα.

Οι Riverside επέτρεψαν στην έμπνευσή τους να ορίσει τα πάντα και δικαιώθηκαν. Ουσιαστικά, κοιτάχτηκαν, έπεσαν ανάσκελα στη λίμνη των αναστεναγμών τους, αφέθηκαν στα ρεύματά της και χαλάρωσαν. Μόνο που αυτή η χαλάρωση δεν είναι μια εικόνα αεργίας και βαρεμάρας, αλλά μια εικόνα που δείχνει τον ήχο τους γλυκανάλατο και εθιστικό υπό το πρίσμα της εργατικότητας. Με το “Love…” κατάφεραν να κάνουν κάτι νέο γι’ αυτούς και παράλληλα κάτι που δεν εξαφανίζει τον χαρακτήρα τους.

Διατηρούν το prog και το συνδυάζουν με κάτι ανανεωτικό, θαυματουργικό και δανεικό. Δηλαδή, προς έκπληξή μου, ενδύονται με τη γκαρνταρόμπα της μισής alternative σκηνής της Αγγλίας και το αποτέλεσμα μπορεί να προκαλέσει ακόμα και την αμφισβήτηση της Πολωνικής τους καταγωγής. Δεν δειλιάζουν, ούτε και διστάζουν να ενσωματώσουν μέχρι και ένα dark wave χαρακτήρα στο “Caterpillar and the Barbed Wire”, ώστε αυτό (και ειδικά το τελείωμά του) να ακούγεται πέρα για πέρα ψαρωτικό. Αν εκμεταλευτείς το γεγονός της εξαιρετικής παραγωγής με stereo ακουστικά, θα θες να μπεις μέσα τους για να δεις αυτό που ακούς.

Κάθε ακρόαση μπορεί να αναγκάσει τον εγκέφαλο να στέκεται σε συγκεκριμένα σημεία και να καταστέλλεται κάθε άλλη λειτουργία του. Δεν απευθύνεται μόνο σε progsters, αλλά σε κάθε λογής ακροατή. Τα δε μαγνητικά πεδία που απορρέουν από τραγούδια όπως τα “Saturate Me”, “Afloat” και “Time Travellers” έχουν τη δύναμη να προσελκύσουν όλες εκείνες τις κοπέλες που αφήνουν τις σκέψεις τους να ταξιδεύουν υπό τους ήχους των Anathema, Coldplay και Opeth, και να τις κάνουν να πλεύσουν προς νέα πελάγη ρομαντικής ονειροπόλησης.

Όσο για την ομοουσιότητα που υπάρχει μεταξύ της μπάντας και του Steven Wilson είναι ένα κοινό μυστικό που κρατεί εδώ και μερικά χρόνια. Αν η προοδευτικότητα για κάποιους είναι μεγάλες διάρκειες και τεχνικές επιδεξιότητες που οδηγούν σε παραζάλη, τότε οι Riverside δείχνουν ότι η απλότητα και η αμεσότητα μπορούν να είναι πιο πολύτιμες. Και μετά πως να αντισταθείς;

Grave Pleasures – “Dreamcrash”

tumblr_nu5b2ciIhA1sko5xzo1_1280

“Όταν οι ευσεβείς πόθοι παραμένουν ευσεβείς πόθοι”

Πέρσι τέτοιο καιρό όπου στεκόμουν και όπου βρισκόμουν είχα το “Climax” να με συνοδεύει. Μεγάλο κόλλημα και ακόμα και τώρα και μόνο η σκέψη του μπορεί να ξεσηκώσει τη διάθεσή μου. Δυστυχώς, όμως, δεν αναμένεται να συμβεί το ίδιο και με το “Dreamcrash”. Το ήθελα πάρα πολύ, αλλά η προσδοκία μου έχασε το δρόμο της μαζί με το όραμα των Beastmilk.

O Kvohst θέλησε να επιστρέψει στις πρώιμες ημέρες του “Use your Deluge” και εν μέρει το κατάφερε, κάνοντας το δίσκο ν’ ακούγεται πιο σκοτεινός. Ο ίδιος συνεχίζει να ερμηνεύει απίστευτα κάθε τραγούδι, αλλά παρά τη σταθερή του αξία, είναι φανέρο στα αυτιά μου ότι κάτι λείπει από το σύνολο. Δεν είναι απλά η έκπληξη του προκατόχου, αλλά εκείνη η μαγική σκόνη που έκανε κάθε τραγούδι να παίρνει φωτιά. Η απουσία του Goatspeed ως βασικού συνθέτη είναι πέρα για πέρα αισθητή και από την άλλη φαίνεται ότι τα πάρε – δώσε με τους In Solitude, κατά τη κοινή τους περιοδεία, απέδωσαν καρπούς ως προς το ύφος των συνθέσεων. Δεν ξεφεύγουν από το λεγόμενο death rock, αλλά δίνουν μια γεύση από τους Σουηδούς, στο οποίο ίσως συνδράμει και η ξανθιά με βάση το υπόβαθρό της, που προσωπικά με ενοχλεί.

Βέβαια, δε μπορώ να μείνω αδιάφορος με το “Futureshock” που σε κάνει να νιώθεις το punk n’ roll στο πετσί σου ή με τα “Girl in A Vortex” και “No Survival”, τα οποία απαιτούν ν’ ακούγονται στη διαπασών για extra απόλαυση. Είναι αυτά τα τραγούδια που ακολουθούν τη μεγάλη ιδέα της “Φιλανδικής λύτρωσης”, που θα σε ανεβάσουν και που μπορούν να προκαλέσουν τον οποιοδήποτε να τ’ ακούσει, αλλά από μόνα τους και με δυο ακόμα δεν είναι ικανά να κάνουν όλο το δίσκο να αστράφτει. Κοινώς, ένας κούκος δεν φέρνει την Άνοιξη.

Αν το “Climax” είναι μία “Αποκάλυψη”, όπως το χαρακτήριζε και η μπάντα, λόγω της φρενήρους έμπνευσης και φρεσκάδας και όχι λόγω της καινοτομίας του, διότι δεν είναι κάτι το πρωτάκουστο, τότε το “Dreamcrash” το βλέπω ως μία “θνητή” προσπάθεια που δε μπορεί να κάνει την υπέρβαση. Δεν το αντιμετωπίζω ως πλήρη απογοήτευση, αλλά σίγουρα τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα.

Όπως και να ‘χει, συμβαίνουν αυτά και το μόνο στο οποίο θα ήθελα να ελπίζω, είναι εν μια νυκτί τα φλεγόμενα άστρα να ταξινομηθούν στη κατάλληλη σειρά, ώστε οι Kvohst και Goatspeed να ξανασυνεργασθούν υπό οποιοδήποτε όνομα και να παίξουν τη μουσική τους.

Rocking my world Vol. IV

a2215944089_10

Το τι συμβαίνει στη μουσική σκηνή της Σουηδίας εδώ και χρόνια είναι γνωστό. Παραγωγικότητα σε πολύ καλά επίπεδα, μόδα στον ρετρό ήχο και άλλα ενδιαφέροντα και μη. Το θέμα δεν είναι να υπάρχει μόνο αυτή η αφθονία, αλλά πολύ περισσότερο αρκετές από τις κυκλοφορίες να είναι τόσο ορεξάτες, ώστε να παίζουν και έξι χρόνια μετά της γέννησή τους. Οι Terrible Feelings φαίνεται ότι το θέλουν αυτό και το θέλουν πολύ.

Κλασσικά για τον ήχο τους, μελωδικό punk συνδυαζόμενο με hard rock, όταν ξεκίνησαν ήταν γνωστοί μόνο στους υπόγειους κύκλους. Με τα ΕΡ και τα 7″ τους και πιο συγκεκριμένα με το “Blank Heads” άρχισαν να κάνουν ιδιαίτερα αισθητή τη παρουσία τους σ’ ένα μεγαλύτερο κύκλο (οπαδοί των Masshysteri και πλέον Hurula, ονόματα που κάνουν θραύση εκεί πάνω), αυτόν που του αρέσει η αμεσότητα στα τραγούδια και να γίνονται hits σε μία ώρα.  Έτσι, μετά το ντεμπούτο που άφησε εντυπώσεις και στα εδάφη μας, βγάζουν το δεύτερό τους και περνάμε ακόμα καλύτερα.

Ο δίσκος είναι αυτό που λέμε ευθύς. Κυλάει νεράκι, δεν καταλαβαίνει από κοιλιές και ας έχει δώδεκα τραγούδια. Να αναλογίστουμε ότι τουλάχιστον τα εννιά από αυτά μπορούμε να τα αποκαλέσουμε χιτάκια, κάτι που φαίνεται από το “Cold Eyes”. Ξέρουν να γράφουν για να σε μπάσουν μέσα στο χορό τους. Κοφτά riff-άκια, στακάτοι ρυθμοί και χορτάτα ρεφρέν για να τα λαλάς. Το αξιοσημείωτο είναι ότι έχουν μελωδίες στις κιθάρες, οι οποίες νομίζεις ότι είναι γραμμένες από τη Σουηδία για τη Σουηδία. Για να εξηγηθώ, αν βάλεις στη σειρά In Solitude, Pig Eyes, Tribulation, Terrible Feelings, Dissection και ακούσεις τις μελωδίες τους, άσχετα από το τι παίζει η κάθε μπάντα, θα δεις ότι είναι κοινές ή ότι έχουν κοινό παρανομαστή. Και το όμορφο στην υπόθεση είναι ότι αυτές σου κάνουν τη πρώτη αίσθηση στα τραγούδια. Άρα ένα θετικό στοιχείο, ώστε ο δίσκος να ανέβει ψηλά.

Επίσης, είναι ακόμα μια μπάντα με γυναικεία φωνητικά, αλλά όταν αυτά σε καλύπτουν πλήρως σε αυτό που ακούς, αδιαφορείς για τα στατιστικά δεδομένα. Δεν έχουν το νεύρο των Dead Sara, για παράδειγμα, αλλά είναι εξίσου ελκυστικοί και απολαυστικοί. Μπορεί, βέβαια, να μη κερδίσουν ποτέ τις τις ψυχές όλων εκείνων που απολαμβάνουν τραγούδια παιγμένα πίσω από μάσκες και διαφήμιση, αλλά όσο μου αρέσουν εμένα, άλλο τόσο θα βλέπω και μέλλον στους δίσκους με φρεσκάδα και ενέργεια. Σαν κάθε νέο καλοκαίρι.

1 απόχρωση σε 12 αντανακλάσεις

APSOG

Ετοιμάζεται η επανακυκλοφορία αυτού του δίσκου, οπότε και ‘γω δράττομαι της ευκαιρίας να ξεσκουριάσω τα δάκτυλά μου γι’ αυτό το δημιούργημα. Προσωπικά, θεωρώ ότι ένα δίσκο αξίζει να τον επανακυκλοφορήσεις μόνο αν έχουν τελειώσει τ’ αποθέματα της προηγούμενης έκδοσης. Οποιαδήποτε ένταξη επιπλέον υλικού μέσα, είτε πρόκειται για dvd, είτε για live cd και demo, για μένα είναι αδιάφορο, ακόμα κι αν πρόκειται για τους Fates Warning. Αλλά, ας το παρακάμψω όλο αυτό, για να στραφώ εκεί που πρέπει.

Πριν από το “APSOG” κανένας δίσκος δε μπορούσε να προϊδεάσει την έλευσή του. Η όλη του εικόνα είναι αυτό που απαιτείται από μια μπάντα και δη στο χώρο του progressive, να είναι το επόμενο βήμα. Κάτι άλλο, κάτι φρέσκο και αν δύναται να σε γονατίσει. Όλα αυτά τα πέτυχε και σκεφτείτε ότι, ενώ θεωρώ ως καλύτερο δίσκο (εντελώς υποκειμενικά) της μπάντας το “Perfect Symmetry”, αυτός εδώ ο δίσκος αν είχε στόμα, θα απαρνιόταν οποιαδήποτε σχέση με το metal ή το rock ή ακόμα ακόμα και το ίδιο το prog, διότι από το ’97 μέχρι και σήμερα βρίσκεται μέσα σε καρδιές περισσότερο από άλλους δίσκους και δίχως να επιδέχεται αναλύσεις επί αναλύσεων. Στους κύκλους των σχολαστικών, βέβαια, μετριάζεται η αξία του. Γιατί; Μάλλον επειδή δεν είναι το αυγό που το γέννησε η κότα με τα χρυσά αυγά ή επειδή δεν είναι τετραγωνικό και ορθογώνιο.

Ακολουθεί το σημάδι του “Snow Goose” των Camel. Ένα τραγούδι σε δώδεκα μέρη ή μία πράξη σε δώδεκα κινήσεις ή μία στιγμή σε δώδεκα εικόνες. Τελείως αντιεμπορικό, τελείως απαιτητικό, τελείως συναισθηματικό. Για την ακρίβεια ασφυκτικά συναισθηματικό. Ο Aresti φεύγει, αλλά ο Jim δεν πτοείται, κάθεται και δημιουργεί την αυτοανάλυση του καθημερινού ανθρώπου που βλέπει τη λήθη, αλλά δεν την αποφεύγει. Και από την άλλη, ο Ray αφήνει πίσω του τη χαρωπότητα και τη μεταλλικότητα των προηγούμενων δίσκων. Δεν μετουσιώνεται στον αξέχαστο τραγουδιστή της δεκαετίας, αλλά γίνεται πιο βαθύς και πιο ειλικρινής. Κανείς δε νοιάστηκε για το ότι δεν κατάφερε το πρώτο και αυτοί που έπρεπε τρίβουμε τα χέρια μας για το δεύτερο.

Όταν ξεκινάει, εκεί που καταπιάνεσαι με τη 2η πράξη, ξεφνικά πιάνεις τον εαυτό σου να συγκεντρώνεται στην 5η και 6η πράξη και να μη θέλει να φύγει από ‘κει. Όταν φτάσεις στη 12η, θα νιώθεις ο πιο παράλυτος άνθρωπος, μέχρι να χτυπήσει το ξυπνητήρι στο τέλος και να σηκωθείς. Δεν σε νοιάζει το πως ακούγονται τα όργανα, δεν σε νοιάζει αν λείπει κάτι ή όχι. Σε αρπάζει το σύνολο και οι στίχοι, είπαμε δεν παρέχεται περαιτέρω ανάλυση, βγαίνεις εκτός.

Αν πάλι δεν το έχεις ακούσει ποτέ και θελήσεις, όμως, να πας να τους δεις live, να θυμάσαι τη στιγμή που θα επισκιαστεί η φωνή του Ray για να τραγουδήσουν όλοι αυτές τις στροφές:
“And I know we can’t turn back all the years, time reflected in a shade of gray, but I often wonder what could have been and I still hold on to yesterday.
And I know we’re not children any more, innocence lost in a sea of gray, but I often wonder what else could be and I still dream of running away”. Τότε θα καταλάβεις πόση σημασία έχει αυτός ο δίσκος ως σύνολο, πέρα από αναφορές σε riffs, drums και άλλες σχολαστικές λεπτομέρειες.

Να αναφέρω και τη συνύπαρξη του Kevin Moore για ακόμη μια φορά; Ειλικρινά, μπορεί οι Dream Theater να έχουν μεγαλύτερη δημοτικότητα από τους Fates, αλλά η απουσία αυτού του μουσικού θα φανερώνει πάντα γιατί μετά από το “Awake” έχουν μόνο αναλαμπές και όχι ουσιαστική συνοχή όπως αυτοί εδώ. Όσο για τους επίδοξους μαθητές, κανείς δεν ακούστηκε ποτέ έτσι, οι Agnosia δε όλο και κάτι παραπάνω αποκόμισαν.

Το γκρι έγινε πιο δεκτικό. Δεν σε λυτρώνει, αλλά αν το αγκαλιάσεις, προχωράς.

Rocking my world Vol. III

B1P4o040MeS._SL1500_

Είναι καλοκαίρι και όσο και αν λιώνω το DHG, θεωρώντας το τον καλύτερο δίσκο της χρονιάς (επιφυλάσσομαι για το “δίσκος της δεκαετίας”), η διάθεσή μου ζητάει κάτι άλλο. Είναι καλοκαίρι και όσο κι αν οι Judas Priest των ’70s μπορούν να ισοπεδώσουν τα πάντα, πάλι δε καλύπτομαι, πάλι θέλω κάτι άλλο. Και εδώ μπαίνουν οι Dead Sara, οι οποίοι υπάρχουν στην άκρη του υποσυνειδήτου και γι’ αυτό φταίει εκείνος που τους έχει κορώνα στο κεφάλι του. Κείμενο για το ντεμπούτο, κείμενο για το πόσο τους αγαπάει, κείμενο για το πόσο περίμενε το “Pleasure to Meet You” και κείμενο πάνω στο δίσκο. “Πρήξιμο” κανονικά, αλλά επειδή τον εμπιστεύομαι, όλο αυτό λειτουργεί, σχεδόν πάντα, θετικά.

Έτσι, ενώ δεν έχω καμία απολύτως σχέση με τη συγκεκριμένη μπάντα, ο νέος τους δίσκος ήρθε και έκατσε στα ακουστικά μου. Δε μπορώ να πω απόλυτα ότι είναι αυτό ακριβώς που θέλω αυτή τη στιγμή, αλλά για κάποιο λόγο ο δίσκος με νιώθει. Για κάποιο λόγο μ’ αρέσουν πολύ αυτά τα κοφτά riff που οδηγούν στην εικόνα ενός ελεύθερου rock, χωρίς να πρέπει να απαρυθμίσεις ταμπέλες (όχι ότι κάνουν κακό, αλλά…). Κάπου κάπου μπορεί να σου έρθουν στο μυαλό ψήγματα από The White Stripes ή Nirvana, αλλά δε θα σταθείς εκεί, είναι πολύ δικό τους αυτό που παίζουν για να δώσεις εύκολα credits σε κάποιον γνωστό μουσικό.

Κάποια από τα τραγούδια μπορεί να λειτουργήσουν και ως hits της ημέρας, ενώ δύο μου μένουν κάπως αδιάφορα, αλλά ίσως με το καιρό τα νιώσω. Το πολύ ωραίο είναι τα σημεία που θα σε αιφνιδιάσουν, όπως στα “L.A. City Slam” και “Mr. Mr”. Εκεί που έχουν ένα στακάτο ρυθμό, λίγο πριν το τέλος θα τοποθετήσουν εκρηκτικά, για να σε κάνουν να τα σπάσεις τόσο με τις κιθάρες, όσο και με τα hardcore τελειώματα της Emily. Τώρα μπορώ να πω ότι με κάνουν να νιώσω αυτό που θέλω να νιώσω. Ελπίζω να με νιώθεις.

Σ’ αυτή τη παράγραφο, όμως, θα τολμήσω να πω ότι μπορώ να ξεγράψω όλα τα τραγούδια του δίσκου για χάρη του “For You I Am”. Πρώτον, μέσα από τη πολύ καλή παραγωγή αναδεικνύεται η καλύτερη μπασογραμμή, η οποία είναι μια μουσική από μόνη της. Δεύτερον, είναι το καλύτερο τραγούδι που θα μπορούσε να κλείσει το δίσκο και μαζί με το “One Day” των Royal Thunder έχουν τις καλύτερες και πιο συναισθηματικές ερμηνείες από κοπέλες. Τρίτον και τελευταίον, αυτό το τραγούδι πρέπει να γίνει το soundtrack κάποιας ταινίας είτε που είναι στα σκαριά, είτε που δεν έχει γεννηθεί ακόμη. Πρέπει. Όπως και να ‘χει. Όπως και δήποτε.

Είμαι σίγουρος ότι μέχρι να λήξει το καλοκαίρι, θα τη βγάλω παρέα μ’ αυτό το δίσκο και ίσως κάποια μέρα πάρω δύναμη από την εισαγωγή του “Radio One Two”, μετρήσω τις ανάσες μου, τρέξω με πάθος από το κέντρο του γηπέδου και καταφέρω να καρφώσω στο στεφάνι. Μέχρι, όμως, να γίνει αυτό, είναι πιο εύκολο να τραγουδάω “We’re suicidal ooouuuh, come on raise your bible, oooouuuh”.

Rocking my world Vol. II

11009970_821670021221978_3518002868977683186_n

Το παρόν κείμενο γράφεται με ιδιαίτερη συγκίνηση, αφού, κατά πρώτον η συγκεκριμένη μπάντα αποτελεί μία ξεχωριστή αδυναμία για μένα και κατά δεύτερον αυτός ο νέος δίσκος μετά από δύο ολόκληρα χρόνια βλέπει το φως της δημοσιότητας. Δεν χτιζόταν, ούτε και μπορώ να πω μετά βεβαιότητος ότι πέρασε από σαράντα κύμματα, απλά έκανε υπομονή μέχρι τη κατάλληλη στιγμή και ως είθισται κάθε πράγμα στο καιρό του και τον Αύγουστο ο κολιός.

Για να βάλω τώρα τα πράγματα στη σειρά, θα ξεκινήσω λέγοντας, ότι χαίρομαι που το power metal έχει πεθάνει ή για την ακρίβεια, που το έχω σκοτώσει και ‘γω ο ίδιος ως no.1 επιλογή. Χαίρομαι που η περίοδος ’08 – ’10 υπήρξε ένα αληθινό όνειρο καλοκαιρινής νυκτός και που τόσο οι μεγάλοι, όσο και οι λεγόμενοι άξιοι μαθητές τους αδυνατούν πλέον να ξεφύγουν από το λήθαργο μιας ψυχαναγκαστικής και ασφαλούς κατεύθυνσης. Και γιατί χαίρομαι; Διότι, μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως οι Emerald Sun, έρχονται να επαναπροσδιορίσουν και όχι να επαναφεύρουν τον ήχο και την όρεξή μου γι’ αυτόν.

Λένε ότι ο τρίτος δίσκος μιας μπάντας είναι αυτός που καθορίζει την αυθεντικότητά της και τη σιγουριά ότι έχει βρει τα πατήματά της. Δε πρόκειται να διαφωνήσω μ’ αυτό και στη περίπτωση των Emerald Sun ο δίσκος τους ηχεί πιο σίγουρος από ποτέ. Αν στους δύο προηγούμενους ήταν φανερή η τέρμα power metal διάθεσή τους, ειδικά στο ντεμπούτο, επιτρέποντας στο νου να φέρνει τη γερμανική σχολή κατά μέρος, τότε εδώ γίνεται σαφές ότι μπήκαν στο στούντιο και είπαν “Οκ, αυτή τη φορά θα το κάνουμε με το δικό μας τρόπο”. Όχι ότι τα προηγούμενα δύο υστερούσαν κάπως, τουναντίον. Απλά, εδώ συνδυάζεται η δύναμη, η μελωδία και η rock ευθυμία.

Ακούγοντας το δίσκο ξανά και ξανά παρασέρνομαι από τα πάντα, δίκασες/ρεφρέν/riffs και δοξολογώ που δε μπορώ να βρω κάπου Helloween ή Edguy (είπαμε, πάνε αυτοί, “πέθαναν”). Από την άλλη, δεν εμποδίζει τίποτα αυτούς τους μουσικούς να βάλουν ένα εθιστικό Savatage rhythm section στο ομότιτλο ή να ζώσουν τις κόκκινες κιθάρες τους με λευκή ταινία για να παίξουν το riff του “Freedom Call”. Ain’t talkin’ about power λέμε. Γράφουν συν τοις άλλοις μία από τις καλύτερες μπαλάντες στο πρόσωπο του “Mere Reflection” και έτσι πορεύονται νικηφόρα.

Αν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να επισημάνω πιο πολύ απ’ όλα για αυτόν το δίσκο, είναι τρία πράγματα. Πρώτον, τα πλήκτρα, τα οποία έχουν ένα πρωταγωνιστικό ρόλο, φέρνοντας ένα τελείως ελληνικό άρωμα από τα ’90s, αποποιούμενα οποιαδήποτε σχέση με το metal στερέωμα. Δεύτερον, τα φωνητικά του Στέλιου που δείχνουν και βγάζουν αυτό που ανέφερα παραπάνω, τη rock ευθυμία. Αν γουστάρεις κατά βάθος τους Heavens Gate περισσότερο από κάποιον άλλον, τότε θα κατλάβεις γιατί δε κάνει μόνο ο υψίφωνος τη διαφορά. Τέλος, είναι οι μελωδίες, όπως αυτή του “Racing with Destiny”. Άκρως κολλητική και βγαλμένη από μουσική που δεν έχει καμία επαφή με το metal, το rock και ότι άλλο γνωστό είδος μπορείς να φανταστείς. ‘Εχεις ακούσει ινδιάνους να παίζουν μουσική;

Μπορεί πλέον το power metal να σερβίρεται έτσι; Και με αυτήν τη παραγωγή; (Βαγγέλη βάλε τάπα στους μοντερνισμούς). Δεν έχουμε να κάνουμε με μία τίμια προσπάθεια, αλλά με κάτι που μόνο αν σε συγκινεί, θα καταλάβεις και θα ορέγεσαι την αξία του. Τελικά, αυτό το στουντιάκι με την αφίσα της Cindy Crawford πρέπει να παρέχει μία ιδιαίτερη μαγεία και δύναμη.

She

Ως γνωστόν τα κορίτσια ξενυχτάνε μ’ ένα μυστικό και εμείς είτε που το μαθαίνουμε, είτε που το προσπερνάμε. Στη περίπτωση της θηλυκής παρουσίας στη μουσική σκηνή εν γένει, το μαθαίνουμε το μυστικό και φροντίζουμε να το κρατάμε καλά εντός μας. Με αφορμή τη νέα κυκλοφορία των Royal Thunder και λόγω αυτής της φοβερής φωνής, μπήκε σφήνα στο μυαλό μου η ιδέα να καταγράψω τους δίσκους, μέσα στους οποίους ηγείται κάποια από τις κόρες της Εύας και οι οποίοι δίσκοι έχουν γίνει οι αγαπημένοι μου.

Πρόκειται κυρίως για δίσκους των τελευταίων χρόνων, μια και παλαιότερα δεν είχα πάρε – δώσε με τα γυναικεία φωνητικά. Τα λεγόμενα sympho/power female σχήματα ποτέ δε με γοήτευσαν ιδιαίτερα και ανέκαθεν κρατούσα απόσταση από τις περιπτώσεις Angela Gossow και σία. Δε έχω καταλάβει ακόμη τι γοητεία ασκούν τα γυναικεία growls. Επίσης, θα μπορούσα κάλλιστα να είχα συμπεριλάβει το πρώτο δίσκο που είχα ακούσει και κολλήσει (5-6 χρονών και σε κασέτα), που είναι “Η Ενδεκάτη Εντολή” της Νανάς Μούσχουρη, αλλά επειδή πάνε πολλά χρόνια από τότε που το άκουσα τελευταία φορά, είπα να το αφήσω εκτός. Οπότε προχωρώ στα 10 + 2, δίχως αριθμιτική ή αλφαβητική σειρά:

Priscilla Ahn
Priscilla Ahn – “This Is Where We Are”
Ο δίσκος με τον οποίο έκανα τη πρώτη σοβαρή βουτιά στον indie pop ήχο, απλά και μόνο επειδή με είχε συνεπάρει το εξώφυλλο για εκείνα τα πρώτα δεύτερα. Το αποτέλεσμα του εγχειρήματος με δικαίωσε, αφού για τα επόμενα βράδια εκείνου του καλοκαιριού (2013) το άκουγα ακατάπαυστα πριν κοιμηθώ. Γλυκιά και ήρεμη φωνή η Ahn, χωρίς εκρήξεις (δε το σηκώνει και ο ήχος άλλωστε), ενώ άνετα μπορεί να θεωρηθεί και ως μία από τις πιο χαρισματικές φωνές folk τραγουδιών. Τα “Home” και “I Can’t Fall Asleep” αρκούν να τ’ ακούσεις μια φορά, ώστε να τα θυμάσαι για πάντα.

Jex Thoth
Jex Thoth – “Blood Moon Rise”
Για μένα η συγκεκριμένη είναι η Βασίλισσα του ήχου, ακόμα κι αν έχουν, που έχουν, προηγηθεί άλλες χρονικά και δισκογραφικά. Είναι η Μία που μπορεί να γίνει διαπεραστική μέσα σε εκατοντάδες εγκεφάλους με τη πρώτη της ιαχή και έχει τη πιο ερωτεύσιμη φωνή. Δε φωνάζει, δε κραυγάζει, τραγουδάει με μια απλότητα και αφήνει απλά τον αέρα να δυναμώσει την ηχώ της. Όσο για το δίσκο, είναι απλά από τους ομορφότερους που έχω ακούσει. Πιο ατμοσφαιρικός και απαλός από το ντεμπούτο, χωρίς να υστερείται δύναμης, τα riffs στρώνουν κόκκινο χαλί σ’ αυτά τα πλήκτρα και ακόμα και αν κυκλοφορούσε μόνο με το “Keep Your Weeds” θα ήταν και πάλι δίσκαρος.

ep_cov11
Ruthless Steel – “Die in the Night” EP
Η Αλίκη στη χώρα των true-άδων. Η Doro έχει καλή φωνή και το ντεμπούτο των Warlock είναι ωραίο, αλλά μέχρι εκεί. Δε θέλησα ποτέ να προχωρήσω περισσότερο. Ωστόσο, η Αλίκη που, μάλλον, την έχει κορώνα στο κεφάλι της, με κάνει να την ακολουθήσω σε κάθε της βήμα. Όχι απλά έχει κάτι από τη Γερμανίδα, αλλά βγάζει και κάτι δικό της. Πολύ δυναμική φωνή, πολύ metal κυριολεκτικά και μέσα στο ΕΡ (το μοναδικό δισκογραφικό εγχείρημα για την ώρα) μασάει σίδερα. Η δε κραυγή/τσιρίδα της στο “Power of Hate” μπορεί να σε καραφλιάσει.

white-lung-deep-fantasy
White Lung – “Deep Fantasy”
Η φάση είναι punk. Η μπάντα το λέει post punk, αν και οι κιθάρες σε αρκετά τραγούδια του δίσκου είναι πολύ metal για να υπήρχαν σε metal δίσκο και που ίσως αν το άκουγε ο Hanneman να ήθελε να συμμετέχει. Μιλάμε πάντως για πολύ ωραία τραγούδια. Τώρα όσο αφορά τη λεγάμενη, έχουμε να κάνουμε με μία φωνή που συνδέει το 12χρονο κοριτσάκι με τη πιο ώριμη έφηβη, το απαιτούμενο δηλαδή για punk σχήμα. Σε σχέση με το παρελθόν συγκρατημένη, αλλά εκεί που τραβάει τη φωνή της σε παρασύρει. Έχει, βέβαια, και τα σημεία που σε προκαλεί για sing along και μετά το παίρνεις μονάχος σου.

thedevilsbloodcover
The Devil’s Blood – “The Thousandfold Epicentre”
Τέλη 2011, οι Πέμπτες παίρνουν φωτιά. Τότε που ήμασταν οι στάνταρ εννιά κάφροι λίγο πριν γίνουμε οι στάνταρ εννιά κάφροι και η μία που έμελε να μη φύγει (έσπασε η κατάρα). Τότε που ήταν το αυθεντικό line – up: Καψάσκης/Αρβανίτης. Τότε που μας σύστησαν εν μια νυκτί τους Ολλανδούς μέσω του “Fire Burning” και φάγαμε αρκετοί το κολληματάκι μας. Κιθάρες κιθαράρες με leads και σολίδια και αυτό το φωνητικό εύρος που, ίσως, να οφείλεται και στο ότι είναι γεματούλα (αποδεδειγμένο: γεματούλιδες = φωνάρες). Είναι και τα τρεμάμενα σημεία στη φωνή της που σε κρατάνε εκεί για να ακούσεις πως θα το πάει μετά. Ο δίσκος απαιτητικός στην αρχή, must στη συνέχεια. Τα δύο καλύτερα hits και οι ατμόσφαιρες. Fin

cover
Electric Citizen – “Sateen”
Μέσα στο vibe της εποχής που ήθελε κάθε μπάντα με γυνακεία φωνητικά να παραδίδεται στα occult καλέσματα, αυτοί κάνουν το colpo grosso, δανείζονται από τους πιο ανέμελους Sabbath και με μία γεύση από το πρώτο Maiden και φτιάχνουν τα καλύτερα τραγούδια που ορίζουν το “ροκάρω και όπου πάει”, με στίχους γύρω από το σημερινό “Είναι” του ανθρώπου. Αλλά δε φτάνει αυτό, διότι η Laura προσβάλει του Άγγλους gangsters και δη τους Λονδρέζους. Αυτοί χρησιμοποιούν το “οϊ” για να σε ψαρώσουν και εκείνη κόβει φθόγγους σα να μην υπάρχουν στις λέξεις και είναι Αμερικανίδα. Έχει και αυτό το ναζιάρικο και τι να λέμε. Πάντως, αν δε κυκλοφορήσουν άλλο δίσκο, που το αποκλείω, δε θα μας χαλάσει να υπάρχει μόνο αυτό το ντεμπούτο.

Universe217-Never-Cover
Universe 217 – “Never”
Δε πρέπει να πω πολλά, η φλυαρία δεν είναι αρετή. Αλλά, η Τάνια μπορεί να σε κάνει να αποκτήσεις μία εκ των πιο σημαντικών αρετών, τη σιωπή. Όταν εκείνη τραγουδάει, το σύμπαν σταματάει να κινείται για να ακουστεί αυτή η “φλόγα” σε όλο το υπερπέραν. Ο δίσκος είναι καταπληκτικός και ο καθείς μπορεί να διαλέξει το τραγούδι του (διαλέγω το “Harm”), αλλά όλοι θα καταλήξουμε να αναφερθούμε στο “She” και συγκεκριμένα στο τέλος του, εκεί που σβήνουν όλα τα μηχανήματα και ακούγεται μόνο εκείνη. Κι αν αυτό δεν είναι αρκετό, τότε δείτε το και live και θα καταλάβετε το λόγο που εκείνη τη στιγμή δε τολμάει να μιλήσει κανείς, ούτε ανάσα να πάρει.

BIG
Blues Pills – “Blues Pills”
Τέτοιες μπάντες κυκλοφορούν πολλές. Μια αναζήτηση να κάνεις στο bandcamp και θα βρεις όσες θες. Οπότε, πάμε στα ζητούμενα. Τραγούδια έχεις; Έχεις και μάλιστα δυνατά και πολύ ωραία, ώστε να κάνεις ένα θόρυβο στους κύκλους σου. Φωνή να τα υποστηρίξεις έχεις; Για καλή σου τύχη έχεις μία τρομερή φωνάρα και παρά τα λίγα της χρόνια μπορεί να δημιουργήσει πανικό. Επειδή, όμως, δεν είναι μόνο η δύναμη και η ένταση της φωνής που έχουν αξία, όταν καταφέρνει μέσα από το “Little Sun” να κάνει πολλά αυτιά να δακρύσουν, έχει κερδίσει ένα αδημιούργητο στοίχημα. Μέχρι και οι κοπέλες την ερωτεύονται, αγνά, πάντα.

Ultraviolence
Lana Del Rey – “Ultraviolence”
Όλες και όλοι όσοι την ακούνε πετάνε τη σκούφια τους κάθε φορά που παίζει το “Blue Jeans”. Οκ, ωραίο τραγουδάκι, και μένα μ’ ευχαριστεί όταν το ακούω, αλλά σ’ αυτόν το δίσκο πήγε εκεί που έπρεπε να πατήσει. Ψυχεδέλεια, indie jazz και στίχοι (το “Black Beauty” έχει στιχάρες) που κολυμπάνε στη κατάθλιψη, αλλά όσα και να της προσάψουν γι’ αυτό, εγώ δεν αλλάζω γνώμη. Δισκάρα, φωνάρα ειδικά στο “Shades of Cool” και δε χρειάζεται να το απολαύσεις από τη συναισθηματική κατάσταση της ίδιας. Άκουσέ το και όταν έχεις χαρά μέσα σου. Είναι αυτή που συνδυάζει τη μπάσα με τη γλυκιά φωνή και έτσι θέλω να την ακούω.

71XaaBjRimL._SL1200_
PJ Harvey – “Stories from the City – Stories from the Sea”
Εντάξει, αυτήν τη ξέρουν μέχρι και οι πατεράδες μας. Είναι η μία και μοναδική που έχει αυτή την αναγνωρίσιμη φωνή και πάει και τέλειωσε, δεν υπάρχει κάτι άλλο να πεις. Σ’ αυτόν το δίσκο το δείχνει ότι είναι Αγγλίδα, είναι αγγλικός δίσκος. Τόσο στα alternative rock σημεία του, όσο και στα folk. Και ναι, μπορεί να έχει το hit “This Is Love”, αλλά αφού το ξέρεις και το ξέρω ότι ευχαριστιέσαι εξίσου και άλλα τραγούδια. Δε σου μένει δηλαδή το “A Place Called Home”; Σου μένει, μην είσαι ψεύτης. Άμα είσαι και μόνος σου σπίτι να τ’ ακούσεις, είσαι άρχοντας -ισσα.

cover
Blood Ceremony – “The Eldritch Dark”
Δε το βάσταγε η καρδιά μου να τους/την αφήσω απ’ έξω. Πιο heavy από το προκάτοχό του και η ιέρεια Alia πιο αγριεμένη εδώ. Έχει αυτή τη πολύ γυναικεία χροιά, την οποία φροντίζει να κρύψει κάπου κάπου, αποσκοπώντας να την εξαπολύσει δυνατά. Να, όμως, που δεν είναι μόνο η φωνή που τη χαρακτηρίζει, αλλά και η αγάπη της για τα πλήκτρα και το φλάουτο, ειδικά για το δεύτερο που δε το χορταίνω, όποτε αυτό εμφανίζεται. Από ‘κει και πέρα, η πιο ωραία μπαλάντα, το πιο κολλητικό riff σε τραγούδι και το α λα “In Trance” τελείωμα του δίσκου. Doomy as always.

a3251543800_10
Royal Thunder – “Crooked Doors”
Επίτηδες τους άφησα για το τέλος. Πρώτον, το καινούργιο είναι δισκάρα. Θα τολμήσω να πω, ότι αυτή τη στιγμή είναι ο καλύτερος rock δίσκος, χωρίς παράπλευρες ταμπέλες. Έτσι όπως το λέω, σκέτο. Δεν μπορεί κάτι να το κοντράρει. Έχει τραγουδάρες, ξεκινάει, σε απογειώνει και στο φινάλε με αυτό το πιάνο σε  (απο)τελειώνει. Δεύτερον, η Mlny. Μα τι φωνάρα! Μπορεί να τραγουδήσει γαλήνια (“The Bear I & II”), μπορεί να σε συγκινήσει με την ερμηνεία της (“Forgive me Karma”) και μπορεί να βγάλει τέτοιες κραυγές (“One Day”, “Forget You”) που θα σε κάνει να μη θες να ξανακούσεις αντρικά φωνητικά. Να πως ότι δε θα ξεκολλήσω; Θα πέσει φωτιά να με κάψει. Για κάτι τέτοια αξίζει να κάνεις μια λίστα. Αξίζει!
Υ.Γ. Να (προσ)ευχηθούμε να τους φέρουν το Σεπτέμβρη με Mastodon; Ναι!

Rocking my world Vol. I

a3633650056_10

Πριν κάμποσες μέρες ένας γνωστός στο facebook ανέβασε το εξώφυλλο του ντεμπούτου των Negative Self. Το κοιτάω, με κοιτάει και με κάνει νεύμα να ψάξω να τ’ ακούσω. Οπότε κι εγώ πράττω αναλόγως. Αρχικά, έχω να πω ότι ενώ τα τελευταία χρόνια νέες μπάντες από τη Σουηδία αρέσκονται να επιδίδονται στο άθλημα του κλασσικού heavy ήχου, είτε αυτό ακούει στο όνομα Mercyful Fate, είτε στο όνομα Iron Maiden, είτε δε ξέρω και ‘γω τι άλλο, οι συγκεκριμένοι νεοσύστατοι Σουηδοί μπορούν να χαρακτηριστούν, δίχως φόβο, ως groupies των Suicidal Tendencies. Άσπρο φανελάκι, τζιν βερμούδα και άσπρη χοντρή κάλτσα.

Από τη μέρα που ξεκίνησα ν’ ακούω το δίσκο, δεν έχω πάψει να το λιώνω, κυριολεκτικά όμως. Σε σχέση με οτιδήποτε άλλο έχει προηγηθεί στις ακροάσεις μου, αυτό δείχνει πως δύσκολα θα σταματήσει να παίζει. Έχουμε να κάνουμε με ένα σύνολο εννιά τραγουδιών, τα οποία είναι αξιολάτρευτα, αλλά και τόσο τονωτικά, που αρκεί να παίξουν μια φορά για να σου φτιάξουν τη μέρα. Αν και μία ίσον καμία. Μπορεί αυτό που ακούγεται να είναι το πιο κοντινό στους μπαντανάδες του L.A, αλλά δε σε εμποδίζει από το να το χαρακτηρίσεις και ως crossover rocking thrash. Μιλάμε για υλικό που αν το παίξω τέρμα στα ηχεία, μπορώ να κάνω ακόμα και όλα τα έπιπλα του σπιτιού να πηγαίνουν πάνω – κάτω.

Τα πάντα όλα ξεκινάνε από το πρώην Dr. Ape των Dr. Living Dead, ο οποίος εδώ πέρα τη βλέπει, από άποψη καθηκόντων, Exciter και αναλαμβάνει τύμπανα και φωνητικά μαζί. Αν είχαν και λίγο νεύρο παραπάνω, θα γινόταν ζημιά σε πολλά ηχοσυστήματα. Τ’ απολαμβάνω, βέβαια, κι έτσι. Αλλά… όπως και να το κάνουμε, κανείς δε μπορεί να συγκριθεί με τον Tor, που σολάρει με τέτοιο τρόπο σε κάθε λεπτό, νομίζοντας ότι είναι ο μεγαλύτερος rockstar του κόσμου. Και καλά κάνει στη τελική. Αυτό, όμως, το διαολεμένο το τρέμολο έπρεπε κάποια στιγμή να το σπάσει ολοκληρωτικά για να πάψουμε να υιοθετούμε το καλύτερο air-guitar styling της ζωής μας.

Αν δεν έχει γίνει κατανοητό μέχρι τώρα, να το επαναδιατυπώσω. Εκεί που κάποιοι σε κάτι μήνες θα ασχολούνται με τους δίσκους της χρονιάς, θα ψάχνουν, θα σπάνε τα κεφάλιά τους και θα αγχώνονται, εσύ φρόντισε να ακούσεις αυτό το ντεμπούτο για να είσαι ο πιο άνετος και παράτα τις λίστες. Αν λέγεσαι, μάλιστα, και crossover-ας, μη παραλείψεις να ακούς το ομότιτλο τουλάχιστον δυο φορές τη μέρα. Στο τέλος, εκεί που σκάει ο ήχος της σειρήνας πάνω στο riff, δεν υπάρχει περίπτωση η υπερέντασή σου να μη πιάσει κόκκινο. Επίσης, αν ψάχνεις δίσκο για το τρέξιμο ή για το ποδήλατο, τότε εδώ είσαι και πίστεψέ με, στο “My own Company” θα πιάσεις τον εαυτό σου να χορεύει.

Πιάσε τη μελωδία και τη συγκίνηση στο ’80s συναίσθημα του “Tied Down”, πιάσε τα riffs, μην ενδώσεις στους στίχους, πάρε τη πιο ψωνίστική σου πόζα και φόρεσε τη καλύτερή σου διάθεση! Τώρα, ’cause there will be no tomorrow.

Dødheimsgard – “A Umbra Omega”

original

“Umbra, penumbra, antumbra”

Αναμφίβολα έχουμε να κάνουμε με έναν από τους πιο σημαντικούς δίσκους που έχουν δημιουργηθεί. Θα μας (με) απασχολήσει για πολύ καιρό, ειδικά από τη στιγμή που αντέχουμε και θέλουμε να διεισδύουμε σ’ αυτό ξανά και ξανά.

Black metal φυσικά, μα τι άλλο! Το έχω ξαναπεί, είναι το ιδίωμα ή αν θέλετε μία μοναδική μουσική σκηνή που δε βασίζεται σε δεδομένα. Κάνει πάντα ένα βήμα μπροστά εκεί που δε το περιμένει κανείς και είναι περισσότερο ακραίο καλλιτεχνικά, παρά ακραίο με την έννοια του αρνητικού.

Γείωση – απογείωση. Όπου γείωση βάλτε το intro και όπου απογείωση, τα πέντε τραγούδια. Όπου γείωση βάλτε την ένωση με το αισθητό και όπου απογείωση, την ένωση με το υπερβατικό.

Δ όπως τα τρίγωνα στο εξώφυλλο.

Ευρηματικότητα και ευφυία από τη πλευρά της μπάντας και εθισμός και εξάρτηση από τη πλευρά του ακροατή. Ο δίσκος δεν είναι η αρχή των πάντων, απλά για να το θέσω καθωσπρέπει, οι DHG έκαναν το μπαμ με το “666 International” και τώρα 16 χρόνια μετά το ξανακάνουν.

Ζνιάνια – Μάργα. Ο δρόμος της γνώσης.

Η μελωδία του πιάνου που με ξεπερνάει. Ώρες ώρες σκέφτομαι αν ο Vicotnik έχει ακούσει Χατζηνάσιο.

Θυμάστε τη περίπτωση του “Snow Goose” των Camel, όπου όλα τα τραγούδια ήταν απλά μέρη ενός τραγουδιού; Αυτό νιώθω ότι συμβαίνει και εδώ πέρα. Δε μιλάω για ταύτιση, αλλά για αλληλοσυμπλήρωση. Είναι λες και το ένα τραγούδι έρχεται για να ολοκληρώσει το άλλο και όλα μαζί είναι σαν ένα.

Ιαχές στη τρέλα.

Κατανόηση; Όταν σου αρέσει ένας δίσκος, ένα βιβλίο ή ένα πρόσωπο, απολαμβάνεις τη συντροφιά μαζί του όσο περίπλοκο κι αν είναι. Απολαμβάνεις και σου αρέσει που είναι διαφορετικό από ‘σένα και σου προσφέρει αυτή τη διαφορετικότητα. Η κατανόηση ξεκινάει όταν αρχίζεις να το αγαπάς και έχουμε πολύ χρόνο και δρόμο μέχρι τότε.

Λυρισμός σε νευρωτική διάσταση.

Μπάσο. Αυτό το όργανο σε αυτόν το δίσκο είναι όλα τα λεφτά. Έχει αυτόν τον ήχο, που με κάνει να το απομονώνω από όλους τους υπόλοιπους ήχους και να καταλαγιάζω. Θα μπορούσα να αραδιάσω μερικούς δίσκους που είναι αυτοί που είναι, επειδή έχουν και τέτοιο μπάσο μέσα, αλλά θα μείνω στο παρόντα δίσκο. Τεχνικό, σαγηνευτικό και γαλήνιο.

Νo one is real, nothing is unreal.

Ξεχνώντας την ύπαρξη του μέλλοντος, μη λησμονώντας το παρελθόν και ζώντας το παρόν.

Οι όροι progressive, avant – garde και jazz. Υπάρχουν μέσα σε όλες τις συνθέσεις, δεν αναγκάζουν τον ακροατή να τους διαχωρίσει, αλλά ούτε και να τους ομοιάσει. Το black υπάρχει, επειδή επιτρέπει σ’ αυτά τα στοιχεία να υπάρχουν μέσα του.

Παραγωγή ατόφια, για να ακούς τα πάντα καθαρά και χωρίς κάτι να χαντακώνει τα άλλα.

Ρίχοντάς σε στο σκοτάδι για να βρεις το φως, που θα σε απεγκλωβίσει.

Σχιζοφρενική θεατρικότητα και θεατρική σχιζοφρένεια. Δεν υπάρχει εξήγηση.

Τhorns. Στις πρώτες ακροάσεις μου ήρθε η σκέψη (και απ’ ότι είδα δεν είμαι ο μόνος) ότι το “A Umbra Omega” εκτός από τους έντονους συναισθηματισμούς που θα προκαλέσει, θα αναγκάσει πολλούς να το χαρακτηρίσουν δίσκο της δεκαετίας μέχρι ο Snorre να κυκλοφορήσει το δεύτερό του δίσκο. Εκεί καταλαβαίνετε τι έχει να γίνει…

Yusaf Parvez ή αλλιώς Vicotnik. Αυτός ο μουσικός δικαιούται ένα νόμπελ μουσικής! Αυτός ο μουσικός που για ακόμα μια φορά έγραψε ανώμαλα, τεχνικά και πωρωτικά riffs. Αυτός ο μουσικός που και πάλι αμφισβήτησε τη βαρύτητα.

Φωνητικά. Αν δεν υπήρχε ο Aldrahn, αυτός ο δίσκος θα ήταν λειψός. Κανείς δεν είναι τόσο “αρρωστημένος” όσο αυτός. Κανείς δε μπορεί να φωνάξει “singularity” με το τρόπο που το κάνει αυτός. Προφανώς και δε τραγουδάει, αλλά ο τρόπος που ερμηνεύει είναι μοναδικός! Και δε σηκώνω κουβέντα γι’ αυτό.

Χάος και γαλήνη = “Aphelion Void” και “Architect of Darkness” και εναλλάξ.

Ψυχή βαθιά.

Ωμέγα. Στο δημοτικό μάθαμε ότι αυτό το γράμμα ολοκληρώνει το αλφάβητο και αν κάποιος θελήσει να ψάξει παραπέρα, το λιγότερο θα θεωρηθεί παράλογος. Δε ξέρω ποιος δίσκος των DHG είναι αντικειμενικά το Α (η αρχή), αλλά αυτή τη στιγμή θεωρώ ότι αυτός ο δίσκος είναι το Ω τους. Η μπάντα ανέφερε ότι υπάρχει και συνέχεια στα σκαριά, ο νους μου, όμως, αδυνατεί να φανταστεί τι και πως. Οπότε, μένω σ’ αυτό το τέλος και συνεχίζω την απόλαυση στο άπειρο κι ακόμη παραπέρα.