Category Archives: Νέοι Δίσκοι

Οι τρεις χάριτες

cf83cf84ceb1ceb8cf8ccf80cebfcf85cebbcebfcf82-ceb3ceb5cf8ecf81ceb3ceb9cebfcf82-cebfceb9-3-cf87ceaccf81ceb9cf84ceb5cf82

Όταν ανοίγεις τους ορίζοντές σου στη μουσική, είναι φυσικό επακόλουθο να χαρίσεις στιγμές της καθημερινότητάς σου σε δίσκους που δεν έχουν καμία σχέση με τα βασικά σου ακούσματα. Αυτό, όμως, δημιουργεί μια ισορροπία στον εγκέφαλο και σου δίνει την ευκαιρία να ευχαριστηθείς περισσότερο κάτι νέο. Τρεις δίσκοι, τρεις γυναίκες, δύο one – woman projects και μία κανονική μπάντα ομορφαίνουν το σύμπαν μου ακόμα περισσότερο και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι αν πρέπει να κάνω κάποια λίστα στο τέλος του χρόνου, που δεν θα κάνω, μπορώ άνετα να βγάλω δεκάδα θηλυκής ραπτικής.

Front Cover Digital
Chelsea Wolfe – “Abyss”
Κάποιοι καλλιτέχνες αποφασίζουν να βάλουν σκοτάδια και ατμόσφαιρες μέσα στη καριέρα τους, είτε για ν’ ακολουθήσουν κάποια μόδα και να πάρουν λίγη από την δόξα των πολλών, είτε γιατί θέλουν ν’ αλλάξουν στροφή στη καριέρα τους και να γίνουν, κατά μία έννοια, underground. Για τη Chelsea αυτή η μουσική κατεύθυνση είναι η προσωπική της τέχνη. Μπορεί να πειραματιστεί, μπορεί να ακουστεί απλή μέσα από ηλεκτροακουστικές εκτελέσεις ή και να ψιθυρίσει, αλλά τίποτε δεν θα φαίνεται λίγο, ειδικά από τη στιγμή που τα πάντα κατευθύνει η φωνή της. Το σκοτάδι της σ’ αυτόν το δίσκο επιζητεί την ησυχία, ένα από τα σπουδαιότερα φώτα του κόσμου, και όταν το βράδυ πατήσω το “play”, μέχρι να τελειώσει, δεν θα έχει σταματημό. Μπορεί ένα – δύο σημεία να φαίνονται ότι δε μπορούν να κοντράρουν τραγούδια όπως τα “After the Fall” και “Simple Death”, αλλά ποιος μίλησε για ανταγωνισμό; Κάθε τι λειτουργεί συγκαταβατικά και συμπληρωματικά. Όσο προχωράει προς τη μέση ο δίσκος, είναι σαν βουτιά στο βαθύ γαλάζιο. Άβυσσος άβυσσον επικαλείται.

Cover
Lana Del Rey – “Honeymoon”
Όταν ανακοινώθηκε ο ερχομός του, το περίμενα να έρθει. Διάβαζα που ήθελε να το πάει η Lana και έμενα με την απορία. Τελικά, αποδείχθηκε ότι το πήρε όλο πάνω της, χωρίς να την ενδιαφέρει και τόσο για το τι θα πει ο κόσμος (αν και δεν πρόκειται να χάσει υποστηρικτές, πάντοτε έρχονται καινούργιοι). Ένας δίσκος κινηματογραφικός και (εν)ορχηστρικός. Σχεδόν κάθε τραγούδι του θα μπορούσε να αποτελεί το μουσικό χαλί κάποιας σκηνής σε κάποια ταινία ή και μιας ολόκληρης ταινίας. Η ψυχεδέλεια του προκατόχου εξαφανίζεται, η jazz pop λογική παραμένει και ο ρυθμός, όπως και ο τόνος της φωνής γίνεται λίγο πιο αργός. Η φωνή, όμως, συνεχίζει να είναι λαχταριστή και στα ανοίγματά της (βλ. “God Knows I Tried”) απλά κεντάει. Όπως είναι φυσικό, πλέον, δίσκος με 14 τραγούδια θα έχει και αδύναμες/αδιάφορες στιγμές, αλλά οι 2-3 που υπάρχουν, περνάνε στα σβηστά. Μα ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για το “24”, που είναι ό,τι καλύτερο έχει δημιουργήσει. Αυτή είναι η Lana που πρέπει να ακούγεται, ακόμα και αν χρησιμοποιεί τις ψευδαισθήσεις της στο πιάνο.

Keep Shelly in Athens
Κeep Shelly in Athens (ΚΨΛ) – “Now I’m Ready”
Κανονικά, θα έπρεπε να πάρω το λεξικό του Μπαμπινιώτη, να βρω όσες περισσότερες λέξεις μπορώ που να εξηγούν τη λέξη “αποθέωση” και να γεμίσω μ’ αυτές τη παράγραφο. Η υπόθεση έχει ως εξής: αυτά τα τραγούδια χρειάζονταν αυτή τη φωνή για ν’ απλωθούν και αυτή η φωνή χρειαζόταν αυτά τα τραγούδια για ν’ ακουστεί και ν’ αγκαλιαστεί από όλα τα αυτιά που θα της χάριζαν απλόχερα τον χρόνο τους. Η Myrtha έχει απίστευτα ερωτεύσιμη φωνή. Φαντάζομαι ότι είναι μια 25χρονη που δεν θα μεγαλώσει ποτέ και ότι η χροιά της δεν θα βιώσει καμία φθορά μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Δεν είναι μόνο το “Fractals” που ανοίγει το δίσκο/τις ημέρες και αποτελεί το ορόσημο απλότητας για τον indie pop ήχο, αλλά είναι και το “Hunter” που τελειώνει τα πάντα. Αισθησιακό στην αρχή και στο 4ο λεπτό κάνει ανατροπή ρυθμού (!), που δεν τραυματίζει το κομμάτι, με την Myrtha ν’ αναγκάζει κάθε τι που την πλαισιώνει, να υποκλιθεί ενώπιον της. Επιπλέον ανέβασμα για το αποτελέσμα είναι όλα τα πλήκτρα και τα synths του RΠЯ. Σε σχέση με τους δύο παραπάνω δίσκους, αυτός ακούγεται κάθε μέρα και οποιαδήποτε στιγμή. Από τα πιο ωραία ακούσματα και με ρεφρέν που κολλάει πιο γρήγορα και από μαστίχα στα μαλλιά.

Advertisements

Riverside – “Love, Fear and the Time Machine”

Riverside

“Free your mind under the peace you will find”

Όταν αποφασίσεις να μετατρέψεις την έμπνευσή σου σε ποτάμι, για ένα πράγμα θα πρέπει να είσαι σίγουρος, ότι ο έλεγχος που θα έχεις θα είναι μερικός. Θα μπορείς να ορίσεις τη κατάληξή του, αν κάπου θα ανοίξει, αν θα είναι γαλήνιο, κρύο, ζεστό και κρυστάλλινο, αλλά δεν θα μπορείς να το σταματήσεις, να το γυρίσεις πίσω. Αν το εμπιστευτείς, σημαίνει ότι πρώτα απ’ όλα είσαι σίγουρος για τον εαυτό σου, άρα και το αποτέλεσμα θα σε ανταμείψει με αυτό που περίμενες ή και με κάτι ακόμα καλύτερο. Αν εκβιάσεις την ορμή του, τότε θα καταλήξεις σε μια ανουσιότητα.

Οι Riverside επέτρεψαν στην έμπνευσή τους να ορίσει τα πάντα και δικαιώθηκαν. Ουσιαστικά, κοιτάχτηκαν, έπεσαν ανάσκελα στη λίμνη των αναστεναγμών τους, αφέθηκαν στα ρεύματά της και χαλάρωσαν. Μόνο που αυτή η χαλάρωση δεν είναι μια εικόνα αεργίας και βαρεμάρας, αλλά μια εικόνα που δείχνει τον ήχο τους γλυκανάλατο και εθιστικό υπό το πρίσμα της εργατικότητας. Με το “Love…” κατάφεραν να κάνουν κάτι νέο γι’ αυτούς και παράλληλα κάτι που δεν εξαφανίζει τον χαρακτήρα τους.

Διατηρούν το prog και το συνδυάζουν με κάτι ανανεωτικό, θαυματουργικό και δανεικό. Δηλαδή, προς έκπληξή μου, ενδύονται με τη γκαρνταρόμπα της μισής alternative σκηνής της Αγγλίας και το αποτέλεσμα μπορεί να προκαλέσει ακόμα και την αμφισβήτηση της Πολωνικής τους καταγωγής. Δεν δειλιάζουν, ούτε και διστάζουν να ενσωματώσουν μέχρι και ένα dark wave χαρακτήρα στο “Caterpillar and the Barbed Wire”, ώστε αυτό (και ειδικά το τελείωμά του) να ακούγεται πέρα για πέρα ψαρωτικό. Αν εκμεταλευτείς το γεγονός της εξαιρετικής παραγωγής με stereo ακουστικά, θα θες να μπεις μέσα τους για να δεις αυτό που ακούς.

Κάθε ακρόαση μπορεί να αναγκάσει τον εγκέφαλο να στέκεται σε συγκεκριμένα σημεία και να καταστέλλεται κάθε άλλη λειτουργία του. Δεν απευθύνεται μόνο σε progsters, αλλά σε κάθε λογής ακροατή. Τα δε μαγνητικά πεδία που απορρέουν από τραγούδια όπως τα “Saturate Me”, “Afloat” και “Time Travellers” έχουν τη δύναμη να προσελκύσουν όλες εκείνες τις κοπέλες που αφήνουν τις σκέψεις τους να ταξιδεύουν υπό τους ήχους των Anathema, Coldplay και Opeth, και να τις κάνουν να πλεύσουν προς νέα πελάγη ρομαντικής ονειροπόλησης.

Όσο για την ομοουσιότητα που υπάρχει μεταξύ της μπάντας και του Steven Wilson είναι ένα κοινό μυστικό που κρατεί εδώ και μερικά χρόνια. Αν η προοδευτικότητα για κάποιους είναι μεγάλες διάρκειες και τεχνικές επιδεξιότητες που οδηγούν σε παραζάλη, τότε οι Riverside δείχνουν ότι η απλότητα και η αμεσότητα μπορούν να είναι πιο πολύτιμες. Και μετά πως να αντισταθείς;

Grave Pleasures – “Dreamcrash”

tumblr_nu5b2ciIhA1sko5xzo1_1280

“Όταν οι ευσεβείς πόθοι παραμένουν ευσεβείς πόθοι”

Πέρσι τέτοιο καιρό όπου στεκόμουν και όπου βρισκόμουν είχα το “Climax” να με συνοδεύει. Μεγάλο κόλλημα και ακόμα και τώρα και μόνο η σκέψη του μπορεί να ξεσηκώσει τη διάθεσή μου. Δυστυχώς, όμως, δεν αναμένεται να συμβεί το ίδιο και με το “Dreamcrash”. Το ήθελα πάρα πολύ, αλλά η προσδοκία μου έχασε το δρόμο της μαζί με το όραμα των Beastmilk.

O Kvohst θέλησε να επιστρέψει στις πρώιμες ημέρες του “Use your Deluge” και εν μέρει το κατάφερε, κάνοντας το δίσκο ν’ ακούγεται πιο σκοτεινός. Ο ίδιος συνεχίζει να ερμηνεύει απίστευτα κάθε τραγούδι, αλλά παρά τη σταθερή του αξία, είναι φανέρο στα αυτιά μου ότι κάτι λείπει από το σύνολο. Δεν είναι απλά η έκπληξη του προκατόχου, αλλά εκείνη η μαγική σκόνη που έκανε κάθε τραγούδι να παίρνει φωτιά. Η απουσία του Goatspeed ως βασικού συνθέτη είναι πέρα για πέρα αισθητή και από την άλλη φαίνεται ότι τα πάρε – δώσε με τους In Solitude, κατά τη κοινή τους περιοδεία, απέδωσαν καρπούς ως προς το ύφος των συνθέσεων. Δεν ξεφεύγουν από το λεγόμενο death rock, αλλά δίνουν μια γεύση από τους Σουηδούς, στο οποίο ίσως συνδράμει και η ξανθιά με βάση το υπόβαθρό της, που προσωπικά με ενοχλεί.

Βέβαια, δε μπορώ να μείνω αδιάφορος με το “Futureshock” που σε κάνει να νιώθεις το punk n’ roll στο πετσί σου ή με τα “Girl in A Vortex” και “No Survival”, τα οποία απαιτούν ν’ ακούγονται στη διαπασών για extra απόλαυση. Είναι αυτά τα τραγούδια που ακολουθούν τη μεγάλη ιδέα της “Φιλανδικής λύτρωσης”, που θα σε ανεβάσουν και που μπορούν να προκαλέσουν τον οποιοδήποτε να τ’ ακούσει, αλλά από μόνα τους και με δυο ακόμα δεν είναι ικανά να κάνουν όλο το δίσκο να αστράφτει. Κοινώς, ένας κούκος δεν φέρνει την Άνοιξη.

Αν το “Climax” είναι μία “Αποκάλυψη”, όπως το χαρακτήριζε και η μπάντα, λόγω της φρενήρους έμπνευσης και φρεσκάδας και όχι λόγω της καινοτομίας του, διότι δεν είναι κάτι το πρωτάκουστο, τότε το “Dreamcrash” το βλέπω ως μία “θνητή” προσπάθεια που δε μπορεί να κάνει την υπέρβαση. Δεν το αντιμετωπίζω ως πλήρη απογοήτευση, αλλά σίγουρα τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα.

Όπως και να ‘χει, συμβαίνουν αυτά και το μόνο στο οποίο θα ήθελα να ελπίζω, είναι εν μια νυκτί τα φλεγόμενα άστρα να ταξινομηθούν στη κατάλληλη σειρά, ώστε οι Kvohst και Goatspeed να ξανασυνεργασθούν υπό οποιοδήποτε όνομα και να παίξουν τη μουσική τους.

Rocking my world Vol. IV

a2215944089_10

Το τι συμβαίνει στη μουσική σκηνή της Σουηδίας εδώ και χρόνια είναι γνωστό. Παραγωγικότητα σε πολύ καλά επίπεδα, μόδα στον ρετρό ήχο και άλλα ενδιαφέροντα και μη. Το θέμα δεν είναι να υπάρχει μόνο αυτή η αφθονία, αλλά πολύ περισσότερο αρκετές από τις κυκλοφορίες να είναι τόσο ορεξάτες, ώστε να παίζουν και έξι χρόνια μετά της γέννησή τους. Οι Terrible Feelings φαίνεται ότι το θέλουν αυτό και το θέλουν πολύ.

Κλασσικά για τον ήχο τους, μελωδικό punk συνδυαζόμενο με hard rock, όταν ξεκίνησαν ήταν γνωστοί μόνο στους υπόγειους κύκλους. Με τα ΕΡ και τα 7″ τους και πιο συγκεκριμένα με το “Blank Heads” άρχισαν να κάνουν ιδιαίτερα αισθητή τη παρουσία τους σ’ ένα μεγαλύτερο κύκλο (οπαδοί των Masshysteri και πλέον Hurula, ονόματα που κάνουν θραύση εκεί πάνω), αυτόν που του αρέσει η αμεσότητα στα τραγούδια και να γίνονται hits σε μία ώρα.  Έτσι, μετά το ντεμπούτο που άφησε εντυπώσεις και στα εδάφη μας, βγάζουν το δεύτερό τους και περνάμε ακόμα καλύτερα.

Ο δίσκος είναι αυτό που λέμε ευθύς. Κυλάει νεράκι, δεν καταλαβαίνει από κοιλιές και ας έχει δώδεκα τραγούδια. Να αναλογίστουμε ότι τουλάχιστον τα εννιά από αυτά μπορούμε να τα αποκαλέσουμε χιτάκια, κάτι που φαίνεται από το “Cold Eyes”. Ξέρουν να γράφουν για να σε μπάσουν μέσα στο χορό τους. Κοφτά riff-άκια, στακάτοι ρυθμοί και χορτάτα ρεφρέν για να τα λαλάς. Το αξιοσημείωτο είναι ότι έχουν μελωδίες στις κιθάρες, οι οποίες νομίζεις ότι είναι γραμμένες από τη Σουηδία για τη Σουηδία. Για να εξηγηθώ, αν βάλεις στη σειρά In Solitude, Pig Eyes, Tribulation, Terrible Feelings, Dissection και ακούσεις τις μελωδίες τους, άσχετα από το τι παίζει η κάθε μπάντα, θα δεις ότι είναι κοινές ή ότι έχουν κοινό παρανομαστή. Και το όμορφο στην υπόθεση είναι ότι αυτές σου κάνουν τη πρώτη αίσθηση στα τραγούδια. Άρα ένα θετικό στοιχείο, ώστε ο δίσκος να ανέβει ψηλά.

Επίσης, είναι ακόμα μια μπάντα με γυναικεία φωνητικά, αλλά όταν αυτά σε καλύπτουν πλήρως σε αυτό που ακούς, αδιαφορείς για τα στατιστικά δεδομένα. Δεν έχουν το νεύρο των Dead Sara, για παράδειγμα, αλλά είναι εξίσου ελκυστικοί και απολαυστικοί. Μπορεί, βέβαια, να μη κερδίσουν ποτέ τις τις ψυχές όλων εκείνων που απολαμβάνουν τραγούδια παιγμένα πίσω από μάσκες και διαφήμιση, αλλά όσο μου αρέσουν εμένα, άλλο τόσο θα βλέπω και μέλλον στους δίσκους με φρεσκάδα και ενέργεια. Σαν κάθε νέο καλοκαίρι.

Rocking my world Vol. III

B1P4o040MeS._SL1500_

Είναι καλοκαίρι και όσο και αν λιώνω το DHG, θεωρώντας το τον καλύτερο δίσκο της χρονιάς (επιφυλάσσομαι για το “δίσκος της δεκαετίας”), η διάθεσή μου ζητάει κάτι άλλο. Είναι καλοκαίρι και όσο κι αν οι Judas Priest των ’70s μπορούν να ισοπεδώσουν τα πάντα, πάλι δε καλύπτομαι, πάλι θέλω κάτι άλλο. Και εδώ μπαίνουν οι Dead Sara, οι οποίοι υπάρχουν στην άκρη του υποσυνειδήτου και γι’ αυτό φταίει εκείνος που τους έχει κορώνα στο κεφάλι του. Κείμενο για το ντεμπούτο, κείμενο για το πόσο τους αγαπάει, κείμενο για το πόσο περίμενε το “Pleasure to Meet You” και κείμενο πάνω στο δίσκο. “Πρήξιμο” κανονικά, αλλά επειδή τον εμπιστεύομαι, όλο αυτό λειτουργεί, σχεδόν πάντα, θετικά.

Έτσι, ενώ δεν έχω καμία απολύτως σχέση με τη συγκεκριμένη μπάντα, ο νέος τους δίσκος ήρθε και έκατσε στα ακουστικά μου. Δε μπορώ να πω απόλυτα ότι είναι αυτό ακριβώς που θέλω αυτή τη στιγμή, αλλά για κάποιο λόγο ο δίσκος με νιώθει. Για κάποιο λόγο μ’ αρέσουν πολύ αυτά τα κοφτά riff που οδηγούν στην εικόνα ενός ελεύθερου rock, χωρίς να πρέπει να απαρυθμίσεις ταμπέλες (όχι ότι κάνουν κακό, αλλά…). Κάπου κάπου μπορεί να σου έρθουν στο μυαλό ψήγματα από The White Stripes ή Nirvana, αλλά δε θα σταθείς εκεί, είναι πολύ δικό τους αυτό που παίζουν για να δώσεις εύκολα credits σε κάποιον γνωστό μουσικό.

Κάποια από τα τραγούδια μπορεί να λειτουργήσουν και ως hits της ημέρας, ενώ δύο μου μένουν κάπως αδιάφορα, αλλά ίσως με το καιρό τα νιώσω. Το πολύ ωραίο είναι τα σημεία που θα σε αιφνιδιάσουν, όπως στα “L.A. City Slam” και “Mr. Mr”. Εκεί που έχουν ένα στακάτο ρυθμό, λίγο πριν το τέλος θα τοποθετήσουν εκρηκτικά, για να σε κάνουν να τα σπάσεις τόσο με τις κιθάρες, όσο και με τα hardcore τελειώματα της Emily. Τώρα μπορώ να πω ότι με κάνουν να νιώσω αυτό που θέλω να νιώσω. Ελπίζω να με νιώθεις.

Σ’ αυτή τη παράγραφο, όμως, θα τολμήσω να πω ότι μπορώ να ξεγράψω όλα τα τραγούδια του δίσκου για χάρη του “For You I Am”. Πρώτον, μέσα από τη πολύ καλή παραγωγή αναδεικνύεται η καλύτερη μπασογραμμή, η οποία είναι μια μουσική από μόνη της. Δεύτερον, είναι το καλύτερο τραγούδι που θα μπορούσε να κλείσει το δίσκο και μαζί με το “One Day” των Royal Thunder έχουν τις καλύτερες και πιο συναισθηματικές ερμηνείες από κοπέλες. Τρίτον και τελευταίον, αυτό το τραγούδι πρέπει να γίνει το soundtrack κάποιας ταινίας είτε που είναι στα σκαριά, είτε που δεν έχει γεννηθεί ακόμη. Πρέπει. Όπως και να ‘χει. Όπως και δήποτε.

Είμαι σίγουρος ότι μέχρι να λήξει το καλοκαίρι, θα τη βγάλω παρέα μ’ αυτό το δίσκο και ίσως κάποια μέρα πάρω δύναμη από την εισαγωγή του “Radio One Two”, μετρήσω τις ανάσες μου, τρέξω με πάθος από το κέντρο του γηπέδου και καταφέρω να καρφώσω στο στεφάνι. Μέχρι, όμως, να γίνει αυτό, είναι πιο εύκολο να τραγουδάω “We’re suicidal ooouuuh, come on raise your bible, oooouuuh”.

Leprous – “The Congregation”

cover

“A pleasant shade of gray II”

Τελικά τι μπορούμε να ορίσουμε ως progressive; Μία μπάντα που παίζει τεχνικά και ο μετρονόμος ζαλίζεται από τις αλλαγές; Μία μπάντα που φαίνεται διαφορετική από δίσκο σε δίσκο ή μία μπάντα που απλά βάζει συνεχή και πολλαπλά κοφτά σημεία στις κιθάρες της; Progressive είσαι, μάλλον, περισότερο στη σκέψη. Οι Fates Warning είναι, επειδή κυκλοφόρησαν κάποτε το “Awaken the Guardian”, μετά το απλό “Inside Out” και μετά το δύσκολο “Disconnected”. Παρόμοια, όμως, είναι και οι Mastodon, τους οποίους μπορεί να τους αποκαλούν hipster-άδες λόγω look, αλλά οι remission-άδες τους πάντα θα βάζουν το “Leviathan” στις prog λίστες με τα καλύτερα, κοντράροντας μ’ αυτόν το τρόπο τους nerds. Στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή έρχονται έντονα και οι Meshuggah, για τους οποίους έχουν πει ότι είναι μία σύγχρονη προσέγγιση των King crimson στον ακραίο ήχο. Ίσως ο G.R.A.F.I.A.S. να μπορεί να διευκρινήσει τα πράγματα. Και οι Leprous;

Οι Νορβηγοί έχουν μπει για τα καλά μέσα στα νερά του progressive, αλλά δε με ενδιαφέρει να τους κρεμάσω κάποια ταμπέλα, επειδή είναι ξεχωριστοί για να τους κατονομάσω έτσι. Είναι ωραίοι, είναι μοντέρνοι και αδιαφορούν για κάποια σημεία του μοντερνισμού. Δεν κινούνται μέσα σε κλασσικά χωράφια, δεν ακούγονται σαν κάποιον άλλον, έχουν το δικό τους κώδικα έκφρασης μέσα από τον ήχο τους, αλλά και τη παραγωγή αυτού. Δεν μπορείς να αναφέρεις τη λέξη riff μέσα στα τραγούδια τους, διότι οι κιθάρες τους έχουν νευρικούς συνδέσμους με τα υπόλοιπα όργανα. Είναι μια τέλεια συμμετρία το παίξιμό τους και μέσα απ’ αυτήν παρέχεται μία απλότητα.

Δεν κυκλοφορούν το δίσκο χρονιάς, δεν υπάρχει αυτός ο δίσκος, όχι πια (το έχω αποδεχτεί και ‘γω). Το “Coal” ήταν ένα μπαμ, ένα τεράστιο κόλλημα, μία ένεση εθισμού η βελόνα της οποίας ακόμη είναι καρφωμένη στη φλέβα. Γι’ αυτό το λόγο, το “The Congregation” δεν είναι καλύτερό του, δε μπορεί να το ξεπεράσει, όχι για μένα και όχι αυτή τη χρονική στιγμή. Δεν είναι, όμως, και κατώτερο, απλά είναι και αυτό συναισθηματικό και γοητευτικό με ένα βαθμό δυσκολίας. Είναι όλες οι συναισθηματικές ερμηνείες του Solberg, είναι οι συναισθηματικές μελωδίες, είναι το συναισθηματικό “The Flood”, είναι δυο – τρεις εισαγωγές με τα πλήκτρα που σε αρπάζουν. Πολύ συναίσθημα.

Είναι, όμως, και οι στίχοι. Μα τη συγχυσμένη μου καρδιά και τη πίστη μου όταν μπαίνει ο στίχος “Lower, further, I still believe in sunrise”, χαίρομαι να αισθάνομαι ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που όσες φορές και να πέσουν πολύ κάτω, θα σηκωθούν ξανά και ξανά, δίχως απελπισία. Αυτή είναι η ομορφιά αυτού του θαύματος μέσα στο θαύμα της ζωής και ο δίσκος στο λέει μέσα από μια γκρι ή σκοτεινή κατάσταση. Τρία – τέσσερα τραγούδια έχουν γίνει η απόλυτη συντροφιά.

Φαίνεται εν τέλει ότι οι Leprous θα είναι, πλέον, από εκείνες τις μπάντες που θα αγκαλιαστούν για τη συνολική εικόνα των τραγουδιών τους και δεν θα νοιάζει κανέναν αν έχουν solo, αν τα τύμπανά τους έχουν ανάποδες αλλαγές ή αν θα έρθει η μέρα που βγάλουν και ένα rock n’ toll attitude με χρωματιστά παπιγιόν αντί για γραβάτες. Μόνο γλυκιά και σκοτεινή μελαγχολία και η προοδευτικότητα στα βήματά τους. Αν το νιώθεις, δε θες τίποτ’ άλλο.

Rocking my world Vol. II

11009970_821670021221978_3518002868977683186_n

Το παρόν κείμενο γράφεται με ιδιαίτερη συγκίνηση, αφού, κατά πρώτον η συγκεκριμένη μπάντα αποτελεί μία ξεχωριστή αδυναμία για μένα και κατά δεύτερον αυτός ο νέος δίσκος μετά από δύο ολόκληρα χρόνια βλέπει το φως της δημοσιότητας. Δεν χτιζόταν, ούτε και μπορώ να πω μετά βεβαιότητος ότι πέρασε από σαράντα κύμματα, απλά έκανε υπομονή μέχρι τη κατάλληλη στιγμή και ως είθισται κάθε πράγμα στο καιρό του και τον Αύγουστο ο κολιός.

Για να βάλω τώρα τα πράγματα στη σειρά, θα ξεκινήσω λέγοντας, ότι χαίρομαι που το power metal έχει πεθάνει ή για την ακρίβεια, που το έχω σκοτώσει και ‘γω ο ίδιος ως no.1 επιλογή. Χαίρομαι που η περίοδος ’08 – ’10 υπήρξε ένα αληθινό όνειρο καλοκαιρινής νυκτός και που τόσο οι μεγάλοι, όσο και οι λεγόμενοι άξιοι μαθητές τους αδυνατούν πλέον να ξεφύγουν από το λήθαργο μιας ψυχαναγκαστικής και ασφαλούς κατεύθυνσης. Και γιατί χαίρομαι; Διότι, μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως οι Emerald Sun, έρχονται να επαναπροσδιορίσουν και όχι να επαναφεύρουν τον ήχο και την όρεξή μου γι’ αυτόν.

Λένε ότι ο τρίτος δίσκος μιας μπάντας είναι αυτός που καθορίζει την αυθεντικότητά της και τη σιγουριά ότι έχει βρει τα πατήματά της. Δε πρόκειται να διαφωνήσω μ’ αυτό και στη περίπτωση των Emerald Sun ο δίσκος τους ηχεί πιο σίγουρος από ποτέ. Αν στους δύο προηγούμενους ήταν φανερή η τέρμα power metal διάθεσή τους, ειδικά στο ντεμπούτο, επιτρέποντας στο νου να φέρνει τη γερμανική σχολή κατά μέρος, τότε εδώ γίνεται σαφές ότι μπήκαν στο στούντιο και είπαν “Οκ, αυτή τη φορά θα το κάνουμε με το δικό μας τρόπο”. Όχι ότι τα προηγούμενα δύο υστερούσαν κάπως, τουναντίον. Απλά, εδώ συνδυάζεται η δύναμη, η μελωδία και η rock ευθυμία.

Ακούγοντας το δίσκο ξανά και ξανά παρασέρνομαι από τα πάντα, δίκασες/ρεφρέν/riffs και δοξολογώ που δε μπορώ να βρω κάπου Helloween ή Edguy (είπαμε, πάνε αυτοί, “πέθαναν”). Από την άλλη, δεν εμποδίζει τίποτα αυτούς τους μουσικούς να βάλουν ένα εθιστικό Savatage rhythm section στο ομότιτλο ή να ζώσουν τις κόκκινες κιθάρες τους με λευκή ταινία για να παίξουν το riff του “Freedom Call”. Ain’t talkin’ about power λέμε. Γράφουν συν τοις άλλοις μία από τις καλύτερες μπαλάντες στο πρόσωπο του “Mere Reflection” και έτσι πορεύονται νικηφόρα.

Αν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να επισημάνω πιο πολύ απ’ όλα για αυτόν το δίσκο, είναι τρία πράγματα. Πρώτον, τα πλήκτρα, τα οποία έχουν ένα πρωταγωνιστικό ρόλο, φέρνοντας ένα τελείως ελληνικό άρωμα από τα ’90s, αποποιούμενα οποιαδήποτε σχέση με το metal στερέωμα. Δεύτερον, τα φωνητικά του Στέλιου που δείχνουν και βγάζουν αυτό που ανέφερα παραπάνω, τη rock ευθυμία. Αν γουστάρεις κατά βάθος τους Heavens Gate περισσότερο από κάποιον άλλον, τότε θα κατλάβεις γιατί δε κάνει μόνο ο υψίφωνος τη διαφορά. Τέλος, είναι οι μελωδίες, όπως αυτή του “Racing with Destiny”. Άκρως κολλητική και βγαλμένη από μουσική που δεν έχει καμία επαφή με το metal, το rock και ότι άλλο γνωστό είδος μπορείς να φανταστείς. ‘Εχεις ακούσει ινδιάνους να παίζουν μουσική;

Μπορεί πλέον το power metal να σερβίρεται έτσι; Και με αυτήν τη παραγωγή; (Βαγγέλη βάλε τάπα στους μοντερνισμούς). Δεν έχουμε να κάνουμε με μία τίμια προσπάθεια, αλλά με κάτι που μόνο αν σε συγκινεί, θα καταλάβεις και θα ορέγεσαι την αξία του. Τελικά, αυτό το στουντιάκι με την αφίσα της Cindy Crawford πρέπει να παρέχει μία ιδιαίτερη μαγεία και δύναμη.

Rocking my world Vol. I

a3633650056_10

Πριν κάμποσες μέρες ένας γνωστός στο facebook ανέβασε το εξώφυλλο του ντεμπούτου των Negative Self. Το κοιτάω, με κοιτάει και με κάνει νεύμα να ψάξω να τ’ ακούσω. Οπότε κι εγώ πράττω αναλόγως. Αρχικά, έχω να πω ότι ενώ τα τελευταία χρόνια νέες μπάντες από τη Σουηδία αρέσκονται να επιδίδονται στο άθλημα του κλασσικού heavy ήχου, είτε αυτό ακούει στο όνομα Mercyful Fate, είτε στο όνομα Iron Maiden, είτε δε ξέρω και ‘γω τι άλλο, οι συγκεκριμένοι νεοσύστατοι Σουηδοί μπορούν να χαρακτηριστούν, δίχως φόβο, ως groupies των Suicidal Tendencies. Άσπρο φανελάκι, τζιν βερμούδα και άσπρη χοντρή κάλτσα.

Από τη μέρα που ξεκίνησα ν’ ακούω το δίσκο, δεν έχω πάψει να το λιώνω, κυριολεκτικά όμως. Σε σχέση με οτιδήποτε άλλο έχει προηγηθεί στις ακροάσεις μου, αυτό δείχνει πως δύσκολα θα σταματήσει να παίζει. Έχουμε να κάνουμε με ένα σύνολο εννιά τραγουδιών, τα οποία είναι αξιολάτρευτα, αλλά και τόσο τονωτικά, που αρκεί να παίξουν μια φορά για να σου φτιάξουν τη μέρα. Αν και μία ίσον καμία. Μπορεί αυτό που ακούγεται να είναι το πιο κοντινό στους μπαντανάδες του L.A, αλλά δε σε εμποδίζει από το να το χαρακτηρίσεις και ως crossover rocking thrash. Μιλάμε για υλικό που αν το παίξω τέρμα στα ηχεία, μπορώ να κάνω ακόμα και όλα τα έπιπλα του σπιτιού να πηγαίνουν πάνω – κάτω.

Τα πάντα όλα ξεκινάνε από το πρώην Dr. Ape των Dr. Living Dead, ο οποίος εδώ πέρα τη βλέπει, από άποψη καθηκόντων, Exciter και αναλαμβάνει τύμπανα και φωνητικά μαζί. Αν είχαν και λίγο νεύρο παραπάνω, θα γινόταν ζημιά σε πολλά ηχοσυστήματα. Τ’ απολαμβάνω, βέβαια, κι έτσι. Αλλά… όπως και να το κάνουμε, κανείς δε μπορεί να συγκριθεί με τον Tor, που σολάρει με τέτοιο τρόπο σε κάθε λεπτό, νομίζοντας ότι είναι ο μεγαλύτερος rockstar του κόσμου. Και καλά κάνει στη τελική. Αυτό, όμως, το διαολεμένο το τρέμολο έπρεπε κάποια στιγμή να το σπάσει ολοκληρωτικά για να πάψουμε να υιοθετούμε το καλύτερο air-guitar styling της ζωής μας.

Αν δεν έχει γίνει κατανοητό μέχρι τώρα, να το επαναδιατυπώσω. Εκεί που κάποιοι σε κάτι μήνες θα ασχολούνται με τους δίσκους της χρονιάς, θα ψάχνουν, θα σπάνε τα κεφάλιά τους και θα αγχώνονται, εσύ φρόντισε να ακούσεις αυτό το ντεμπούτο για να είσαι ο πιο άνετος και παράτα τις λίστες. Αν λέγεσαι, μάλιστα, και crossover-ας, μη παραλείψεις να ακούς το ομότιτλο τουλάχιστον δυο φορές τη μέρα. Στο τέλος, εκεί που σκάει ο ήχος της σειρήνας πάνω στο riff, δεν υπάρχει περίπτωση η υπερέντασή σου να μη πιάσει κόκκινο. Επίσης, αν ψάχνεις δίσκο για το τρέξιμο ή για το ποδήλατο, τότε εδώ είσαι και πίστεψέ με, στο “My own Company” θα πιάσεις τον εαυτό σου να χορεύει.

Πιάσε τη μελωδία και τη συγκίνηση στο ’80s συναίσθημα του “Tied Down”, πιάσε τα riffs, μην ενδώσεις στους στίχους, πάρε τη πιο ψωνίστική σου πόζα και φόρεσε τη καλύτερή σου διάθεση! Τώρα, ’cause there will be no tomorrow.

Το χθες στο σήμερα και το λοιπόν

coverSacral-Rage-Illusions-in-Infinite-Void-01

Αρκετές φορές έχουμε αναρωτηθεί για κάποιους δίσκους, για ποιο λόγο να κινούνται σ’ έναν ήχο που ανήκει στο παρελθόν και δε προσπαθούν να ακουστούν διαφορετικά. Βέβαια, όσοι από εμάς το σκεφτήκαμε αυτό, κανείς δε βγήκε να παραδεχτεί με το χέρι στη καρδιά ότι αυτός ο ένας δίσκος ή και οι δύο – τρεις που ακούσαμε μας άρεσε περισσότερο απ’ ότι θα φανταζόμασταν, αν ακουγόταν διαφορετικά. Δε πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι εμείς οι ίδιοι όταν ακούσαμε κάτι του χθες και μας προκάλεσε ρίγη συγκίνησης, είπαμε “γιατί να μη βγαίνουν και σήμερα τέτοιοι δίσκοι…;”. Τώρα, αν εννοούσαμε να κυκλοφορήσουν δίσκοι με την ίδια πολυδυναμικότητα και έμπνευση στα τραγούδια ή απλά κάτι που ν’ ακούγεται tale quale, είναι άγνωστο. Πιστεύω ότι ούτε εμείς δε ξέραμε τι θέλαμε.

Με βάση τη τελευταία σκέψη, τη “δίχως βαθύτερη γνώση” απορία μας, θέλω να αναφερθώ σε δύο ντεμπούτα ελληνικών σχημάτων, τα οποία χαιρετίζουν το χθες με μία ιδιαίτερη ευλάβεια, αλλά χωρίς να ξεχνάνε ότι θα ακουστούν στο σήμερα.

Από τη μια πλευρά οι Katavasia, μια μπάντα που δημιουργήθηκε με σκοπό να ευχαριστήσει τον ήχο του ελληνικού black metal, όπως ήταν στη δεκαετία των ’90s. Εκ πρώτης όψεως δε θα φαινόταν σα μία ψυχαναγκαστική κίνηση; Ναι, αλλά μόλις δει ο καθένας ότι οι μουσικοί αυτής της μπάντας είναι τόσο άνθρωποι που έδωσαν σάρκα και οστά στο τότε ήχο, όσο και άνθρωποι που σήμερα τον έχουν πάει παραπέρα, τότε μιλάμε για ένα εγχείρημα που δικαιωματικά τους ανήκει. Όσα έχουν αγαπηθεί σ’ εκείνα τα χρόνια, βρίσκονται μέσα στο ντεμπούτο και με το παραπάνω. Σκοτεινές κιθάρες που μοιράζονται σε πυχτά riffs και κολλητικές μελωδίες, τα γνωστά τύμπανα (του “πολέμου”), ιδανικά φωνητικά, κάνοντάς με να τα ευχαριστηθώ περισσότερο απ’ ότι στο τελευταίο Varathron και ατμόσφαιρες χτισμένες πάνω σε πλήκτρα και βουκολικά σημεία, τα οποία συμπληρώνουν τη λειτουργική ακολουθία του δίσκου, πλέκοντας το μαύρο πέπλο. Μπορεί οι δύο καλεσμένοι τους να είναι εκλεκτοί, αλλά σαν το “Adoration of Darkness” δεν έχει (ούτε καν κάτω απ’ τη βρύση).

Από την άλλη, έχουμε τα νεαρά παλικάρια ονόματι Sacral Rage, οι οποίοι κάνοντας το επόμενο βήμα από το ΕΡ τους, αποδεικνύονται, ίσως, οι καλύτεροι που αντιλήφθηκαν και ενσωμάτωσαν τη θεωρία των “Energetic Disassembly” και “Control and Resistance” των Watchtower. Εν ολίγοις, τεχνικό speed με λίγες δόσεις από NWOBHM. Από ‘κει και πέρα υπάρχουν τα γνωστά στοιχεία και συνάμα φρέσκα, όπως riffs (παντού όμως, που φτάνουν σε σημεία πώρωσης), η μπασάρα, τα τετραγωνικά τύμπανα και οι τσιρίδες, οι οποίες είναι σοφά μετρημένες και ενίοτε μου θυμίζουν Alan Tecchio και Γιώργο Μπαχαρίδη. Σαφώς και δε κάνουν κάτι καινούργιο, ούτε και ακολούθησαν τη σκέψη των Protest the Hero με τα τραγουδιάρικά τους σημεία (αυτοί βέβαια είναι άλλη φάση και της σχολής του “Sophisticated”), αλλά δε παύει ο δίσκος να είναι και να ακούγεται δυνατός και ικανός να δώσει ώθηση για την επόμενη συνέχεια. Η οποία άραγε θα είναι κάτι παρεμφερές ή κάτι ακόμα πιο πέρα; Μπορούν να το κάνουν;

Όσο, πάντως, κι αν αυτές οι δύο κυκλοφορίες μπορεί να φέρνουν συγκεκριμένες μπάντες στο μυαλό, άλλο τόσο μετά τη πρώτη ακρόαση αντιλαμβάνεσαι ότι μπορείς να τις ακούσεις, δίχως να τις συγκρίνεις με δίσκους του παρελθόντος. Ξεφεύγεις από αυτό το τρυπάκι. Άλλωστε, πιστεύω ότι αυτός είναι ο βαθύτερος σκοπός τους, να τους ακούς και να μην ανατρέχεις στο χθες, αφού στο προσφέρουν με το τρόπο τους. Όσο για το προσωπικό black Vs speed, σημειώσατε Χ.

Dødheimsgard – “A Umbra Omega”

original

“Umbra, penumbra, antumbra”

Αναμφίβολα έχουμε να κάνουμε με έναν από τους πιο σημαντικούς δίσκους που έχουν δημιουργηθεί. Θα μας (με) απασχολήσει για πολύ καιρό, ειδικά από τη στιγμή που αντέχουμε και θέλουμε να διεισδύουμε σ’ αυτό ξανά και ξανά.

Black metal φυσικά, μα τι άλλο! Το έχω ξαναπεί, είναι το ιδίωμα ή αν θέλετε μία μοναδική μουσική σκηνή που δε βασίζεται σε δεδομένα. Κάνει πάντα ένα βήμα μπροστά εκεί που δε το περιμένει κανείς και είναι περισσότερο ακραίο καλλιτεχνικά, παρά ακραίο με την έννοια του αρνητικού.

Γείωση – απογείωση. Όπου γείωση βάλτε το intro και όπου απογείωση, τα πέντε τραγούδια. Όπου γείωση βάλτε την ένωση με το αισθητό και όπου απογείωση, την ένωση με το υπερβατικό.

Δ όπως τα τρίγωνα στο εξώφυλλο.

Ευρηματικότητα και ευφυία από τη πλευρά της μπάντας και εθισμός και εξάρτηση από τη πλευρά του ακροατή. Ο δίσκος δεν είναι η αρχή των πάντων, απλά για να το θέσω καθωσπρέπει, οι DHG έκαναν το μπαμ με το “666 International” και τώρα 16 χρόνια μετά το ξανακάνουν.

Ζνιάνια – Μάργα. Ο δρόμος της γνώσης.

Η μελωδία του πιάνου που με ξεπερνάει. Ώρες ώρες σκέφτομαι αν ο Vicotnik έχει ακούσει Χατζηνάσιο.

Θυμάστε τη περίπτωση του “Snow Goose” των Camel, όπου όλα τα τραγούδια ήταν απλά μέρη ενός τραγουδιού; Αυτό νιώθω ότι συμβαίνει και εδώ πέρα. Δε μιλάω για ταύτιση, αλλά για αλληλοσυμπλήρωση. Είναι λες και το ένα τραγούδι έρχεται για να ολοκληρώσει το άλλο και όλα μαζί είναι σαν ένα.

Ιαχές στη τρέλα.

Κατανόηση; Όταν σου αρέσει ένας δίσκος, ένα βιβλίο ή ένα πρόσωπο, απολαμβάνεις τη συντροφιά μαζί του όσο περίπλοκο κι αν είναι. Απολαμβάνεις και σου αρέσει που είναι διαφορετικό από ‘σένα και σου προσφέρει αυτή τη διαφορετικότητα. Η κατανόηση ξεκινάει όταν αρχίζεις να το αγαπάς και έχουμε πολύ χρόνο και δρόμο μέχρι τότε.

Λυρισμός σε νευρωτική διάσταση.

Μπάσο. Αυτό το όργανο σε αυτόν το δίσκο είναι όλα τα λεφτά. Έχει αυτόν τον ήχο, που με κάνει να το απομονώνω από όλους τους υπόλοιπους ήχους και να καταλαγιάζω. Θα μπορούσα να αραδιάσω μερικούς δίσκους που είναι αυτοί που είναι, επειδή έχουν και τέτοιο μπάσο μέσα, αλλά θα μείνω στο παρόντα δίσκο. Τεχνικό, σαγηνευτικό και γαλήνιο.

Νo one is real, nothing is unreal.

Ξεχνώντας την ύπαρξη του μέλλοντος, μη λησμονώντας το παρελθόν και ζώντας το παρόν.

Οι όροι progressive, avant – garde και jazz. Υπάρχουν μέσα σε όλες τις συνθέσεις, δεν αναγκάζουν τον ακροατή να τους διαχωρίσει, αλλά ούτε και να τους ομοιάσει. Το black υπάρχει, επειδή επιτρέπει σ’ αυτά τα στοιχεία να υπάρχουν μέσα του.

Παραγωγή ατόφια, για να ακούς τα πάντα καθαρά και χωρίς κάτι να χαντακώνει τα άλλα.

Ρίχοντάς σε στο σκοτάδι για να βρεις το φως, που θα σε απεγκλωβίσει.

Σχιζοφρενική θεατρικότητα και θεατρική σχιζοφρένεια. Δεν υπάρχει εξήγηση.

Τhorns. Στις πρώτες ακροάσεις μου ήρθε η σκέψη (και απ’ ότι είδα δεν είμαι ο μόνος) ότι το “A Umbra Omega” εκτός από τους έντονους συναισθηματισμούς που θα προκαλέσει, θα αναγκάσει πολλούς να το χαρακτηρίσουν δίσκο της δεκαετίας μέχρι ο Snorre να κυκλοφορήσει το δεύτερό του δίσκο. Εκεί καταλαβαίνετε τι έχει να γίνει…

Yusaf Parvez ή αλλιώς Vicotnik. Αυτός ο μουσικός δικαιούται ένα νόμπελ μουσικής! Αυτός ο μουσικός που για ακόμα μια φορά έγραψε ανώμαλα, τεχνικά και πωρωτικά riffs. Αυτός ο μουσικός που και πάλι αμφισβήτησε τη βαρύτητα.

Φωνητικά. Αν δεν υπήρχε ο Aldrahn, αυτός ο δίσκος θα ήταν λειψός. Κανείς δεν είναι τόσο “αρρωστημένος” όσο αυτός. Κανείς δε μπορεί να φωνάξει “singularity” με το τρόπο που το κάνει αυτός. Προφανώς και δε τραγουδάει, αλλά ο τρόπος που ερμηνεύει είναι μοναδικός! Και δε σηκώνω κουβέντα γι’ αυτό.

Χάος και γαλήνη = “Aphelion Void” και “Architect of Darkness” και εναλλάξ.

Ψυχή βαθιά.

Ωμέγα. Στο δημοτικό μάθαμε ότι αυτό το γράμμα ολοκληρώνει το αλφάβητο και αν κάποιος θελήσει να ψάξει παραπέρα, το λιγότερο θα θεωρηθεί παράλογος. Δε ξέρω ποιος δίσκος των DHG είναι αντικειμενικά το Α (η αρχή), αλλά αυτή τη στιγμή θεωρώ ότι αυτός ο δίσκος είναι το Ω τους. Η μπάντα ανέφερε ότι υπάρχει και συνέχεια στα σκαριά, ο νους μου, όμως, αδυνατεί να φανταστεί τι και πως. Οπότε, μένω σ’ αυτό το τέλος και συνεχίζω την απόλαυση στο άπειρο κι ακόμη παραπέρα.