Category Archives: Πάνθεον του Παρελθόντος

1 απόχρωση σε 12 αντανακλάσεις

APSOG

Ετοιμάζεται η επανακυκλοφορία αυτού του δίσκου, οπότε και ‘γω δράττομαι της ευκαιρίας να ξεσκουριάσω τα δάκτυλά μου γι’ αυτό το δημιούργημα. Προσωπικά, θεωρώ ότι ένα δίσκο αξίζει να τον επανακυκλοφορήσεις μόνο αν έχουν τελειώσει τ’ αποθέματα της προηγούμενης έκδοσης. Οποιαδήποτε ένταξη επιπλέον υλικού μέσα, είτε πρόκειται για dvd, είτε για live cd και demo, για μένα είναι αδιάφορο, ακόμα κι αν πρόκειται για τους Fates Warning. Αλλά, ας το παρακάμψω όλο αυτό, για να στραφώ εκεί που πρέπει.

Πριν από το “APSOG” κανένας δίσκος δε μπορούσε να προϊδεάσει την έλευσή του. Η όλη του εικόνα είναι αυτό που απαιτείται από μια μπάντα και δη στο χώρο του progressive, να είναι το επόμενο βήμα. Κάτι άλλο, κάτι φρέσκο και αν δύναται να σε γονατίσει. Όλα αυτά τα πέτυχε και σκεφτείτε ότι, ενώ θεωρώ ως καλύτερο δίσκο (εντελώς υποκειμενικά) της μπάντας το “Perfect Symmetry”, αυτός εδώ ο δίσκος αν είχε στόμα, θα απαρνιόταν οποιαδήποτε σχέση με το metal ή το rock ή ακόμα ακόμα και το ίδιο το prog, διότι από το ’97 μέχρι και σήμερα βρίσκεται μέσα σε καρδιές περισσότερο από άλλους δίσκους και δίχως να επιδέχεται αναλύσεις επί αναλύσεων. Στους κύκλους των σχολαστικών, βέβαια, μετριάζεται η αξία του. Γιατί; Μάλλον επειδή δεν είναι το αυγό που το γέννησε η κότα με τα χρυσά αυγά ή επειδή δεν είναι τετραγωνικό και ορθογώνιο.

Ακολουθεί το σημάδι του “Snow Goose” των Camel. Ένα τραγούδι σε δώδεκα μέρη ή μία πράξη σε δώδεκα κινήσεις ή μία στιγμή σε δώδεκα εικόνες. Τελείως αντιεμπορικό, τελείως απαιτητικό, τελείως συναισθηματικό. Για την ακρίβεια ασφυκτικά συναισθηματικό. Ο Aresti φεύγει, αλλά ο Jim δεν πτοείται, κάθεται και δημιουργεί την αυτοανάλυση του καθημερινού ανθρώπου που βλέπει τη λήθη, αλλά δεν την αποφεύγει. Και από την άλλη, ο Ray αφήνει πίσω του τη χαρωπότητα και τη μεταλλικότητα των προηγούμενων δίσκων. Δεν μετουσιώνεται στον αξέχαστο τραγουδιστή της δεκαετίας, αλλά γίνεται πιο βαθύς και πιο ειλικρινής. Κανείς δε νοιάστηκε για το ότι δεν κατάφερε το πρώτο και αυτοί που έπρεπε τρίβουμε τα χέρια μας για το δεύτερο.

Όταν ξεκινάει, εκεί που καταπιάνεσαι με τη 2η πράξη, ξεφνικά πιάνεις τον εαυτό σου να συγκεντρώνεται στην 5η και 6η πράξη και να μη θέλει να φύγει από ‘κει. Όταν φτάσεις στη 12η, θα νιώθεις ο πιο παράλυτος άνθρωπος, μέχρι να χτυπήσει το ξυπνητήρι στο τέλος και να σηκωθείς. Δεν σε νοιάζει το πως ακούγονται τα όργανα, δεν σε νοιάζει αν λείπει κάτι ή όχι. Σε αρπάζει το σύνολο και οι στίχοι, είπαμε δεν παρέχεται περαιτέρω ανάλυση, βγαίνεις εκτός.

Αν πάλι δεν το έχεις ακούσει ποτέ και θελήσεις, όμως, να πας να τους δεις live, να θυμάσαι τη στιγμή που θα επισκιαστεί η φωνή του Ray για να τραγουδήσουν όλοι αυτές τις στροφές:
“And I know we can’t turn back all the years, time reflected in a shade of gray, but I often wonder what could have been and I still hold on to yesterday.
And I know we’re not children any more, innocence lost in a sea of gray, but I often wonder what else could be and I still dream of running away”. Τότε θα καταλάβεις πόση σημασία έχει αυτός ο δίσκος ως σύνολο, πέρα από αναφορές σε riffs, drums και άλλες σχολαστικές λεπτομέρειες.

Να αναφέρω και τη συνύπαρξη του Kevin Moore για ακόμη μια φορά; Ειλικρινά, μπορεί οι Dream Theater να έχουν μεγαλύτερη δημοτικότητα από τους Fates, αλλά η απουσία αυτού του μουσικού θα φανερώνει πάντα γιατί μετά από το “Awake” έχουν μόνο αναλαμπές και όχι ουσιαστική συνοχή όπως αυτοί εδώ. Όσο για τους επίδοξους μαθητές, κανείς δεν ακούστηκε ποτέ έτσι, οι Agnosia δε όλο και κάτι παραπάνω αποκόμισαν.

Το γκρι έγινε πιο δεκτικό. Δεν σε λυτρώνει, αλλά αν το αγκαλιάσεις, προχωράς.

Advertisements

Goat – “Commune”

a2981142187_10

“Στους λόγγους και στις κορφές”

Από τα βουνά της Πίνδου, στα βουνά του Περού και από εκεί στα βουνά κάπου πολύ μέσα στη Τουρκία. Κάπως έτσι ταξιδεύει το “Commune”, αφού η βουκολικότητά του δεν μένει μονάχα σε ένα σημείο και για την ακρίβεια κάθε φορά που το ακούω, δεν αφήνει τις σκέψεις μου να βρίσκονται μόνο σ’ ένα μέρος. Κινείται σαν τις γίδες την ώρα που θέλουν να παίξουν. Τρέχουν από μέρος σε μέρος, από βράχο σε βράχο και δε σταματούν. Να μην αναφέρω εκτενέστερα και τις στιγμές που περπατάνε αμέριμνες σαν να σοφίζονται.

Από όταν είχα ακούσει το “Mountains” των Socrates, πίστευα ότι θα ήταν δύσκολο να βρεθεί κάποιος μουσικός ή κάποια μπάντα, που θα μπορούσε να αποτυπώσει μέσα από τη μουσική του το βουκολικό στοιχείο. Σίγουρα υπάρχουν δίσκοι που το κατέχουν και σου παρουσιάζουν την εικόνα των βουνών, αλλά το να το συνδυάσουν με το ροκ σε σημείο που φωνάζεις με λαχτάρα “τσαπρρ μπουρ μπουρ τσαπ τσαπ” δεν είναι και ότι πιο εύκολο. Και να όμως, που αυτοί εδώ οι Σουηδοί, όχι μόνο ξεφεύγουν από τη χώρα τους και από κάθε μουσική μόδα που επικρατεί εκεί, αλλά γίνονται πολυεθνικοί βουκόλοι με τη “παραξενιά” τους (πρώτα η τραγουδοποιία και μετά η εξωτερική τους εμφάνιση. Ποιοι Ghost…).

Ψυχεδέλεια όσο πατάει η γάτα, kraut περάσματα και συμπλοκές, μελωδίες που σου μένουν και φωνητικά που στην αρχή θα σε ενοχλήσουν, ώστε στη συνέχεια να μη τα βγάζεις ούτε λίγο από το μυαλό σου. Κάθε φορά που έρχεσαι σε επαφή μαζί του, θα εθίζεσαι όλο και περισσότερο και αν αρχίσεις να σκέφτεσαι για ποιον λόγο σε ξεσηκώνει το “Goatslaves” περισσότερο από κάποιο metal τραγούδι που άκουσες τελευταία, τότε να ξέρεις, έχεις ανοιχτούς ορίζοντες. ‘Αστους να ενεργήσουν ελεύθερα και νιώσε το ρυθμό, ακόμα και αν θελήσεις να κουνηθείς στα χτυπήματά του.

Κρυφό διαμαντάκι ο δίσκος και η σχέση μου με αυτού του είδους τα διαμαντάκια διαμορφώνεται κατόπιν εορτής. Δηλαδή, γεννιούνται, όλοι ενασχολούνται με αυτά και εγώ περπατώ κρυφακούοντας τις κουβέντες ολίγον τι, για να ξέρω τι ακριβώς παίζει. Όταν ο καιρός περάσει και όλοι θα αρχίσουν να καταπιάνονται με καινούργια, εγώ ρίχνομαι σ’ αυτά εδώ και περνάμε όμορφα. Ανάταση και ανάπαυση ψυχής και για επιδόρπιο “To Travel the Path Unknown” και “Bondye”.

Alcest – “Écailles de Lune”

cover

“Η ψυχή σου, η άβυσσός μου”

Η νευροψυχολογία παρουσιάζει τη ζωγραφική και τη μουσική ως τις τελειότερες μορφές της τέχνης, λόγω των δημιουργημάτων αυτών καθεαυτών, αλλά και λόγω του ότι αυτά απεικονίζουν το ψυχισμό των δημιουργών τους. Οι Alcest ή για την ακρίβεια ο Neige έχει κάνει ξεκάθαρη τη σχέση του με τη θάλασσα μέσα από τη δισκογραφία τους. Μπορείς κάλλιστα να καταλάβεις, πόσο ανάγκη την έχει για να αποδράσει από τη καθημερινότητα. Σήμερα τον στεγάζει, 5 χρόνια πριν, όμως, και με αυτόν το δίσκο ήταν η ερωμένη του, την οποία επισκεπτόταν συχνά και εκείνη απλά ήταν στο ίδιο μέρος για εκείνον. Και μέσα στα τραγούδια φαίνεται το πόσο πολύ τον ηρεμεί η μούσα του, ακόμα και στα πιο “σκληρά” τους σημεία.

Μπορείς να ξεκινήσεις την επαφή σου με το δίσκο μέσα από το εξώφυλλο και αν πιάσεις τον εαυτό σου να το παρατηρεί επί ώρες, τότε να ξέρεις, ότι πρέπει να εμβαθύνεις ακόμη περισσότερο. Όσο φως παρέχει το φεγγάρι στο βυθό της θάλασσας, άλλο τόσο φωτεινά είναι και τα τραγούδια μέσα στο γενικό χάσιμο. Η ισορροπία μεταξύ των ήρεμων σημείων και του black metal είναι ιδανική. Φυσικά, δεν είναι κάτι που δεν ακούστηκε στο παρελθόν, αλλά το να είσαι Γάλλος και να σου αποδίδουν μνεία για τον όρο blackgaze, είναι κάτι. Επίσης, κάτι έως και πολύ σπουδαίο είναι το να ακούγεσαι σε σημεία σαν Φιλανδική μπάντα και να κάνεις γνωστό το μελωδικό/ατμοσφαιρικό black, το οποίο αυτή η χώρα προώθησε, έστω και στο underground.

Προσωπικά, μπορεί να μη καταλαβαίνω τίποτα από τα γαλλικά τους (ένα “ουί” και ένα “μερσί” δεν φέρνουν την Άνοιξη), αλλά η διάλεκτος των χορδών μού λέει πολλά παραπάνω. Και δεν είναι μόνο η απαλότητα και η ηρεμία που υπάρχει στο “Sur l’océan Couleur de Fer” ή στη μέση του ομότιτλου “I”, αλλά είναι και η έκσταση που δημιουργείται με το που μπαίνει το “Percées de Lumière”. Αυτές οι κιθάρες, αυτά τα φωνητικά και αυτά τα τύμπανα του “ταπα ταπα” σε αναίσθητη κίνηση. Αφού μιλάμε για black τακτική.

Μπορεί να ανήκουν σαν μπάντα στο post/shoagaze/blackgaze και οι ταμπέλες είναι τζάμπα, δώσε… αλλά με αυτόν το δίσκο, όπως και με το ντεμπούτο έχουν κάτι, με το οποίο κερδίζουν αρκετούς από εμάς. Αυτό είναι το άγουρο στοιχείο και το αναφέρω, επειδή σε κουβέντες πάντα θα μπαίνει στη μέση ο δίσκος, με τον οποίο καταξιώθηκαν (βλ. “Les Voyages de l’âme”, ότι δηλαδή το “Blackwater Park” για τους Opeth) και τα άλλα θα μένουν μόνο στα ασυνείδητα των συνειδήσεων.

Δοκίμασε να είσαι στο κρύο και να πιαστείς από τη μελωδία που υπάρχει στο κλείσιμο του “Percées de Lumière”. Θα σε κάνει να στέκεσαι αδιαφορώντας για αυτό, αφού ψυχικά θα δίνεσαι σ’ αυτήν και σωματικά δεν θα αισθάνεσαι κάτι. Βύθισμα του μυαλού, άρα ένας ακόμη εκλεκτός δίσκος μεταξύ αυτών, που κάνουν αυτή τη δουλειά.

Kjaddai/Vooram/Njiqahdda – Split

cover

“Ερημίτες”

Πριν από τρεις μήνες περίπου είχα μία συζήτηση με έναν άνθρωπο, ο οποίος ακούει πολύ καλή μουσική. Έχουμε κοινά γούστα, αλλά επειδή έχει μία πείρα παραπάνω, θα σε μαθητεύσει να ακούσεις και άλλα άγνωστα και όμορφα. Στην κουβέντα μας καταλήξαμε σε ένα συμπέρασμα, ότι το black metal είναι αυτό που έχει μείνει μόνο του σε μια κορυφή, που άλλα ιδιώματα είτε την βλέπουν κάπου κάπου, είτε απέχουν. Άντεξε εκεί, επειδή προσαρμόστηκε μέσα στα χρόνια με τον δικό του τρόπο. Εξελίχθηκε με έναν επίσης δικό του τρόπο. Ήταν ακραίο και κουλό, ανδρώθηκε και παρέμεινε ακραίο, έβγαλε άσπρη γενιάδα και απέκτησε σοφία καλλιτεχνική.

Αυτό εδώ το split, των αγνώστων συγκροτημάτων, που πιθανόν να μην τους ξέρει ούτε η μάνα τους, είναι ότι καλύτερο έχω ακούσει ως συνεργασία και όχι ως σύζευξη. Τρεις μπάντες, από τέσσερα τραγούδια η κάθε μία και καταλαβαίνεις την διαφορά ανάμεσα τους, αλλά καταλαβαίνεις και γιατί βρέθηκαν και οι τρεις μαζί σε αυτόν τον δίσκο. Και επειδή παραπάνω αναφέρθηκα στην εξέλιξη του black, εδώ θα το ακούσετε τελείως πειραματικό, αλλά και με αναφορές σε μπάντες, οι οποίες είναι ευρέως γνωστές. Να ξέρετε, όμως, ότι δεν αποτελεί τον δίσκο, που θα τον εκτιμήσετε όλοι. Κάποιοι ίσως και να το αφήσετε μετά το πρώτο άκουσμα, αν το φτάσετε μέχρι το τέλος.

Οι πρώτοι, που σέρνουν τον χορό, οι Kjaddai (δεν σχολιάζω καν τα ονόματα, τα οποία για κάποιον λόγο μου θυμίζουν το έργο του Κόντογλου “Ο θεός Κόνανος…”) εκφράζονται ατμοσφαιρικά. Πλήκτρα, ενορχηστρώσεις ερημικής αίσθησης και οι κιθάρες είναι τους σαν τα άστρα που θα λάμψουν μια και καλή για να μην τα ξαναδείς. Είναι τόσο όμορφοι μουσικά, που καταλαβαίνεις ότι χρωστάνε πολλά στους Ulver. Μάλιστα, στο “Shyoa, Iptamma, Yes” είναι λες και οι Νορβηγοί κάνουν διάλογο με τον Steve Vai. Οι Vooram είναι οι “κουλοί” της υπόθεσης. Prog black/thrash (το δεύτερο όσο πατάει η γάτα) και τα riffs τους ή που θα σε εκνευρίσουν ή που θα σε κερδίσουν. Νιώθεις τους Voivod να κυλάνε μέσα στις φλέβες τους, ενώ πιάνεις και σήματα Sieges Even (αυστηρά του ντεμπούτου) με “αλλόκοτη τρέλα” από King Crimson. Και ροκ διάθεση στο “Ethereal Architect”.

Και οι τελευταίοι Njiqahdda. Εδώ τώρα δώστε βάση. Είναι οι λιγότερο εως και καθόλου blacksters του δίσκου και αυτό διότι το πάνε αλλού το θέμα. Δεν θα αναφέρω κανένα τραγούδι τους, γιατί είναι όλα “πιάσε το ένα και άσε το άλλο”. Σκέψου τα εξής: retro ήχος, βουκολικότητα και όχι folk, μία ελαφριά Witchcraft διάθεση (αυστηρά και πάλι του ντεμπούτου) σε συνδυασμό με τους Hail Spirit Noir. Έχουν, βέβαια, τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο να αναπτύσουν την ψυχεδέλεια τους.

Θα το πω κι ας γίνω υπερβολικός, είναι το καλύτερο split που βγήκε (μέχρι να κυκλοφορήσει το split Spectral Lore/Nachtreich). Είναι τίγκα στην τρέλα, στην ανορθόδοξη σκέψη και την κουλή ευφυία. Δεν είναι για κάθε μέρα και ώρα, αλλά όταν ακούγεται είναι απόλαυση.

Thorns – “Thorns”

thorns-501b390fe8e91

“Αμαξοστοιχία ολκής”

Πριν κάτι μέρες προσπαθούσα να καταλάβω αν τελικά μ’ αρέσει ή όχι το νέο Mayhem, αλλά είπα ας μην πέσω στον ψυχαναγκασμό και ας το αφήσω. Από την μια ποτέ δεν ασχολήθηκα σοβαρά μαζί τους, γιατί να το κάνω τώρα; Από την άλλη, ναι είναι ωραίο το νέο Mayhem. Για την ακρίβεια ένα πολύ ωραίο αντίγραφο του ένδοξου “Thorns”, αφού μουσικά είναι τα 2/3 των Αγκαθιών. Έτσι, δράττομαι της ευκαιρίας να γράψω γι’ αυτόν τον δίσκο, που αποτελεί ένα ιδανικό soundtrack για τα σιδηρουργεία, εκεί όπου η μυρωδιά του σιδήρου, του μολυβιού (φάε μολύβι που λέμε) και του χάλυβα αποτυπώνεται, όχι στα ρουθούνια σου, αλλά στο πετσί σου.

Δύο λαϊκές παροιμίες λένε “της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες” και “ο στρατός και η φυλακή σε κάνουν άντρα”. Ο Ruch δεν ξέρω πόσο λεβέντης είναι ως προσωπικότητα και δεν με αφορά, αλλά αυτό που δημιούργησε μουσικά μόνον ένας λεβέντης άντρας θα μπορούσε να το κάνει. Ούτε ξεραΐλα, ούτε παγωνιά, ούτε καταχθόνιο επίπεδο. Αντιθέτως, ένα έδαφος γεμάτο riffs που σαν ασταμάτητο τρένο σε παίρνει στο διάβα του και δεν μπορείς να κατέβεις, ούτε καν να προσπαθήσεις να πηδήξεις. Εν ολίγοις, εθισμός. Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τους όρους thrash και speed, αλλά ας σοβαρευτούμε, αυτά τα ιδιώματα είναι πολύ μικρά και αστεία μπροστά στον ήχο αυτού του δίσκου.

Το πρώτο πράγμα που σου μένει πάντα από αυτόν τον δίσκο, όσες φορές και να το ακούσεις, είναι τα riffs. Riffs παντού, στο “Existence”, στο “World Playground Deceit” όπου στο 2:30 μένεις στήλη άλατος σε αυτό το εθιστικό riffing και που αν το καλοσκεφτείς μόνο με εκείνο το σημείο του “Domination” των Pantera μπορεί να συγκριθεί. Ειλικρινά, πιστεύω ότι ο Ruch στη φυλακή έσπαγε πέτρες, λίγες μέσα σε μια βδομάδα. Αλλά μόλις βγήκε και έγραψε τα “Stellar Master Elite” και “Interface to God”, απλά τις τεμάχιζε μέσα σε δεύτερα για να γίνουν αυτές βοτσαλάκια σε κάποια κορνίζα. Όσο για το “Underneath the Universe”, που είναι μία σύνθεση και όχι δυο κομμάτια, αποτελεί την πεμπτουσία και καρικατούρα του δίσκου. Programming και πλήκτρα στοιχειώνουν την ατμόσφαιρα και στο φινάλε έχεις την εντύπωση ότι από κάπου θα ξεπροβάλλει σκηνή από κάποιο ψυχολογικό θρίλερ του Φώσκολου (έγραψε άραγε κανένα, ξέρει κανείς;).

Αυτό είναι υπερτεχνικό, τεχνοκρατικό, αριστοτεχνικό (βάλτε και εσείς όποια άλλη λέξη συνοδεύει το -τεχνικό ως επιτέλεση της υπερβολής) black metal, στο οποίο βασίστηκαν οι Mayhem για τον φετινό τους δίσκο. Από τις ερμηνείες των Aldrahn και Satyr (ξανακούστε και βρείτε τις ομοιότητες στον Attila) μέχρι και το αξεπέραστο, μέχρι καταστολής των αντοχών, drumming του Hellhammer. Αυτός ο δίσκος δεν θα παλιώσει ποτέ, μα ποτέ όμως κι αν κάποτε κυκλοφορήσει και συνέχεια, παίζει να έχουμε να κάνουμε με ένα από τα πιο πειραματικά υβρίδια του ήχου. Εσωτερική τέχνη πολέμου και τρίχες κατσαρές…

Fates Warning – “Inside Out”

Fates Warning - Inside Out

“Μόνο μέσα… στην καρδιά”

Φέτος συμπληρώνονται 20 χρόνια από το “μπες βγες” των τιτάνων Fates. 20 χρόνια κι όμως δεν φαίνεται να πέρασε ο χρόνος του, δεν ξεθώριασε η αξία του. Ο έρωτας του ακόμα στάζει μέλι, φρεσκότατο, σαν να κυκλοφόρησε μόλις χθες ή σαν να είναι έτοιμο να κυκλοφορήσει αύριο. Τι κι αν λέγεται από κάποιους ότι ο δίσκος επισκιάζεται από τον προκάτοχο του “Parallels”… Συνεχίζει στα βήματα του και βαίνει ακόμα πιο συναισθηματικά.

Θα τολμήσω να ομολογήσω ότι σε σημεία το προτιμώ περισσότερο από το προηγούμενο, όχι επειδή το “Parallels” υστερεί κάπου (να πέσει φωτιά να μας κάψει), απλά όπως είθισται με τους Fates, κάποια τραγούδια τους ή και ολόκληροι δίσκοι τους μας συντρόφευσαν σε κάποιες προσωπικές στιγμές και φυσικά είτε μας αρέσει είτε όχι αυτές οι στιγμές μένουν μέσα από τα τραγούδια έτσι για να λειτουργεί και η μνήμη στο παρελθόν. Από εκεί και πέρα η μπάντα ακολούθησε για ακόμη μια φορά αυτό που λίγες μπάντες του είδους έκαναν. Τραγούδια που τα μαθαίνεις στην πρώτη ακρόαση, στην δεύτερη τραγουδάς μαζί και στην τρίτη καταλαβαίνεις ότι πριν την πρώτη έχεις εθιστεί μαζί τους. “Pale Fire”, “Shelter Me”, “Down to the Wire” τα έχεις μάθει πριν καλά καλά τα ακούσεις και μάλιστα τα συγκεκριμένα είναι η απόδειξη ότι οι Fates έκαναν το Progressive να ακολουθεί τις ορέξεις τους και όχι το αντίθετο.

Φυσικά υπάρχουν και οι πιο, ας τις πούμε, ατμοσφαιρικές/συγκινητικές στιγμές παράλυσης του εγκεφάλου μέσα στα έπη των “Island in the Stream” και “Monument”, όπου θα μπορούσες (για ακόμη μια φορά) να κλάψεις από χαρά. Ενώ στο γλυκό κουδούνισμα του “Afterglow”, το οποίο μπορούμε να πούμε ότι χρωστάει στο “Entangled” των Genesis, λες “παραδίνομαι ολόκληρος και αφήνω τον κόσμο”. Βοηθάει άλλωστε και ο βαθύς Ray, ο οποίος μπορεί να μην υψώνεται, αλλά η ψυχή του που βρίσκεται πιο πάνω και από τον ήλιο καταθέτει ερμηνείες που θα ζήλευαν πολλοί.

Βεβαίως και σε αυτόν τον δίσκο, όπως και σε οποιονδήποτε άλλο της μπάντας, οι στίχοι του Jim συμπορεύονται με τον κάθε ένα που έρχεται σε επαφή μαζί τους. Είναι διαχρονικοί μαζί με την μουσική, η οποία μπορεί να μην εξετάζεται για το αν έχει riffs ή κοψίματα που σου κόβουν την αναπνοή (αν και για το παίξιμο του Zonder θα έπρεπε να αναλύουμε σελίδες ολόκληρες), αλλά μνημονεύεται για την βασικότερη ουσία της, την Άγια Χάριν της που ενδυναμώνει ψυχές. 20 χρόνια λοιπόν για αυτό το αριστούργημα, 20 μέσα, 20 έξω και τα 2μιση λεπτά του σαγηνευτικού “Inward Bound” θα κάνουν αυτόν τον δίσκο να φτάσει την αιωνιότητα! Και όπως είπε σοφά ο Θωμάς, όσο υπάρχει αυτός ο δίσκος το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου θα συνεχίζει να τραβάει προσοχές στο δεξιό.

Hail Spirit Noir – “Pneuma”

Hail_Spirit_Noir-Pneuma

“Ουσίες και Ψυχοπνεύματα”

Τέλη 2011 με αρχές 2012 ο progκόσμος ασχολούνταν με το νέο πόνημα των Opeth, πως ακουγόταν, τι του έλειπε, τι δεν έπρεπε να έχει και άλλα γνωστά. Κανείς όμως (τουλάχιστον στην Ελλάδα) δεν αντιλήφθηκε τι δημιουργήθηκε στον νότιο Βορρά της Ευρώπης και συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη. Μέσα από τις στάχτες των Transcending Bizarre? γεννήθηκαν οι Hail Spirit Noir και πρόσφεραν ένα αψεγάδιαστο ντεμπούτο, ονόματι “Pneuma”.

Ο ήχος ήταν διαφορετικός από την προηγούμενη μπάντα, η πνευματικότητα των Θεοχάρη και Μπάμπη έκανε την μουσική του δίσκου να ακούγεται τόσο όμορφη, αλλά και συνάμα δηλητηριώδη. Το πάντρεμα του psycho/prog των late ’60s/’70s με το black έγινε άκρως επιτυχημένο βάσει της δικής τους σκέψης, δίχως να μπορείς να σκεφτείς ή να πεις “βρε σαν ποιους μοιάζουν… που θα μου πάει θα το βρω”. Άλλωστε το έγχειρημα σύνδεσης αυτών των αντίθετων μουσικών άκρων σου προσδίδει προσωπικότητα και απεδείχθη από όσες μπάντες το επιχείρησαν μέσα στη δεκαετία των ’00s (βλ. Sigh και Nachtmystium).

Από εκεί και πέρα τα πάντα στα τραγούδια καθορίζονται όπως τα ορίζουν οι δημιουργοί τους. “Ευγένεια” και διεγερτική απαλότητα στα “Let Your Devil Come Inside” και “When All Is Black” και “σκοτεινότητα” στα “Mountain of Horror” και “Into the Gates of Time”. Ειδικά στο δεύτερο το σπάσιμο στη μέση με τα πλήκτρα μπορεί να σε στείλει άμεσα εκτός πραγματικότητας, να μην επικοινωνείς με το τώρα για κάμποση ώρα. Τα πλήκτρα γενικότερα στον δίσκο προκαλούν μεγάλη ζημιά στον ακροατή, καθώς μαθήτευσαν στους ήχους του Μάνου Χατζιδάκι, των King Crimson και σε “τερατώδη” ανοίγματα των Goblin. Μαζί, μάλιστα, με την εναλλαγή των φωνητικών από καθαρά σε black και τούμπαλιν κρατάνε αμείωτο το ενδιαφέρον και σε δελεάζουν να οδηγηθείς σε πολλές ακροάσεις.

Αν ήταν σαν το “Pneuma” πολλά ντεμπούτα του ήχου (δύσκολος ήχος να προσεγγίσεις αν δεν ξέρεις ποιος είσαι και τι θες), τότε θα μιλάγαμε για καλλιτεχνική πανδαισία και ηγεμονία. Αλλά έστω και αυτοί οι λίγοι δίσκοι δεν σε κάνουν να νοσταλγείς, αλλά πολύ περισσότερο να χαίρεσαι και να απολαμβάνεις την μουσική όσο ποτέ άλλοτε και να επαληθεύεσαι εν μέσω στίχων για τις πνευματικές σου ανησυχίες. Και επειδή, όπως λέγεται, πολλές φορές progressive είσαι όταν σκέφτεσαι παρά όταν το δείχνεις, βάλτε να παίξει το “Hail Spirit Noir” και θα καταλάβετε τι εννοώ. Ξέρω ότι αρκετοί μάθατε την μπάντα από τον έξοχο διάδοχο “Oi Magoi” και δεν σπεύσατε, για διάφορους λόγους, να ανατρέξτε στο ντεμπούτο. Κάντε το και θα πάρετε απόλαυση εις την 3η και 4η και 5η και όσο δεν πάει…